Οι θέσεις του ΣΕΦ για το νέο νομοσχέδιο ΑΠΕ

Οι βασικές αρχές επί των οποίων κινείται το νομοσχέδιο είναι θετικές και ικανοποιούν αιτήματα της αγοράς φωτοβολταϊκών, ρυθμίζοντας εκκρεμότητες του παρελθόντος. Οι παρατηρήσεις μας σκοπεύουν στη νομοτεχνική βελτίωση κάποιων ρυθμίσεων και πιο συγκεκριμένα εκείνων που αφορούν στο επιτρεπτό εγκατάστασης φωτοβολταϊκών σε γαίες που έχουν χαρακτηριστεί ή εικάζεται πως είναι υψηλής παραγωγικότητας.

Το νομοσχέδιο ορθά καθορίζει πως σε αγροτεμάχια που χαρακτηρίζονται από τη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης του οικείου νομού ως αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας, απαγορεύεται η άσκηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας, εκτός από τη γεωργική εκμετάλλευση και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς Α.Π.Ε.”. Αναγνωρίζει έτσι πως η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές είναι δραστηριότητα συμβατή με τον αγροτικό χαρακτήρα μιας περιοχής με πολλαπλά οφέλη για τη βιώσιμη ανάπτυξή της.

Η ρύθμιση αυτή είναι συμβατή και με τη νομολογία του ΣτΕ, σύμφωνα με την οποία, ενώ η συνταγματική επιταγή κρίνει ως ασυμβίβαστες ορισμένες χρήσεις (π.χ. κατοικία) σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας, εν τούτοις η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης καθιστά θεμιτές, ίσως μάλιστα και επιβεβλημένες παρεκκλίσεις ή αποκλίσεις από την προστασία της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας, εφόσον συγκεκριμένοι λόγοι δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος τις δικαιολογούν.

Με βάση τον Ν.4414/2016, στόχος της Πολιτείας είναι: η αξιοποίηση του εγχώριου δυναμικού ηλεκτροπαραγωγής από Α.Π.Ε., κατά προτεραιότητα, με στόχο την προστασία του περιβάλλοντος, τη διαφοροποίηση του εθνικού ενεργειακού μίγματος, την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και την ενίσχυση και ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας… στο πλαίσιο της ενιαίας πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, και την επίτευξη του στόχου συμμετοχής των Α.Π.Ε. στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας”.

Η προτεινόμενη στο νομοσχέδιο ρύθμιση επιτρέπει την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε γαίες υψηλής παραγωγικότητας σε σταθμούς ισχύος μικρότερης ή ίσης του 1 MW, υπό  την προϋπόθεση ότι οι φωτοβολταϊκοί σταθμοί, για τους οποίους χορηγούνται δεσμευτικές προσφορές σύνδεσης από τον αρμόδιο Διαχειριστή, καλύπτουν εδαφικές εκτάσεις που αθροιζόμενες με τις εκτάσεις που καλύπτουν φωτοβολταϊκοί σταθμοί που έχουν ήδη τεθεί σε λειτουργία ή έχουν χορηγηθεί δεσμευτικές προσφορές σύνδεσης και τις εκτάσεις που καλύπτουν φωτοβολταϊκοί σταθμοί που εγκαθίστανται σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 51 του ν. 4178/2013 (Α΄174), δεν υπερβαίνουν το 1% του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων της κάθε Περιφερειακής Ενότητας.

Η ρύθμιση αυτή επιλύει εν μέρει ένα πρόβλημα που χρονίζει από το 2011. Και λέμε εν μέρει διότι αποκλείει την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σταθμών μεγαλύτερης ισχύος. Είναι πρακτικά αδύνατο να επιτευχθούν οι κλιματικοί και ενεργειακοί στόχοι του 2030 χωρίς την εγκατάσταση και σταθμών μεγάλης ισχύος. Δεδομένου μάλιστα ότι η ρύθμιση αφορά την εγκατάσταση σε εκτάσεις που δεν υπερβαίνουν το 1% του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων της κάθε Περιφερειακής Ενότητας, η εγκατάσταση σταθμών μεγάλης ισχύος είναι απολύτως εφικτή χωρίς να υπερβαίνονται τα όρια αυτά.

Ας δούμε τη χαρακτηριστική περίπτωση της Θεσσαλίας, μιας περιοχής που διαθέτει μεγάλες εκτάσεις που θα χαρακτήριζε κανείς υψηλής παραγωγικότητας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (2017), το σύνολο των καλλιεργούμενων εκτάσεων στη Θεσσαλία καταλαμβάνει έκταση 4.186.824 στρεμμάτων, ενώ 249.127 επιπλέον στρέμματα τελούν σε αγρανάπαυση 1-5 ετών. Το 1% των καλλιεργούμενων εκτάσεων αντιστοιχεί σε 41.868 στρέμματα.

Μέχρι σήμερα, έχουν εγκατασταθεί στη Θεσσαλία 1.334 φωτοβολταϊκοί σταθμοί συνολικής ισχύος 265 MW (όλοι τους σχεδόν την περίοδο 2011-2013). Εκείνη την περίοδο, με βάση τη διαθέσιμη τεχνολογία φωτοβολταϊκών, 1 MW καταλάμβανε περίπου 15-20 στρέμματα (ανάλογα με τη φύση και τη μορφολογία του γηπέδου). Με 20 στρέμματα ανά MW, οι υπάρχοντες σταθμοί καταλαμβάνουν περίπου 5.300 στρέμματα.

Η σημερινή τεχνολογία των φωτοβολταϊκών επιτρέπει την εγκατάσταση 1 MW σε 10-13 στρέμματα (και η τάση είναι να περιοριστεί περαιτέρω η απαιτούμενη έκταση). Συνεπώς, για να καλυφθεί το όριο του 1% στη Θεσσαλία, θα πρέπει να εγκατασταθούν ακόμη 2,81-3,66 GW (μέσος όρος 3,23 GW), κάτι φυσικά αδύνατο αν περιοριστούμε σε έργα μέχρι 1 MW αποκλείοντας τα έργα μεγαλύτερης ισχύος.

Επιπλέον, θα πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του την κατάσταση των δικτύων, ιδίως αυτών της Μέσης Τάσης. Ως γνωστόν, συστήματα έως 8 MW συνδέονται κατά τεκμήριο στη Μέση Τάση. Αν τα συστήματα αυτά δεν εγκατασταθούν κοντά σε υφιστάμενα δίκτυα Μέσης Τάσης (που συνήθως βρίσκονται κοντά σε κατοικημένες περιοχές) και “εξοβελιστούν” σε απομακρυσμένες μη γεωργικές περιοχές, ο μόνος τρόπος για να συνδεθούν πλέον θα είναι με κατασκευή υποσταθμού για σύνδεση στην Υψηλή Τάση, κάτι που δεν είναι οικονομικά βιώσιμο για σταθμούς αυτού του μεγέθους. Ουσιαστικά λοιπόν, βάζοντας περιορισμό στο 1 MW, αποκλείουμε από την αγορά πολλούς σταθμούς μεσαίου μεγέθους. Όσο για τους μεγαλύτερους σταθμούς που συνδέονται στην Υψηλή Τάση, είναι αυτοί που όχι μόνο θα βοηθήσουν στην επίτευξη των εθνικών στόχων για το 2030, αλλά και που μειώνουν το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας για τους καταναλωτές (λόγω οικονομίας κλίμακας και χαμηλότερου κόστους παραγωγής).

Για τους παραπάνω λόγους, ο Σύνδεσμος Εταιριών Φωτοβολταϊκών προτείνει να επιτραπεί η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σταθμών, ανεξαρτήτως ισχύος, σε αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας, υπό  την προϋπόθεση ότι οι φωτοβολταϊκοί σταθμοί, για τους οποίους χορηγούνται δεσμευτικές προσφορές σύνδεσης από τον αρμόδιο Διαχειριστή, καλύπτουν εδαφικές εκτάσεις που αθροιζόμενες με τις εκτάσεις που καλύπτουν φωτοβολταϊκοί σταθμοί που έχουν ήδη τεθεί σε λειτουργία ή έχουν χορηγηθεί δεσμευτικές προσφορές σύνδεσης και τις εκτάσεις που καλύπτουν φωτοβολταϊκοί σταθμοί που εγκαθίστανται σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 51 του ν. 4178/2013 (Α΄174), δεν υπερβαίνουν το 1% του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων της κάθε Περιφερειακής Ενότητας.

Η πρόταση αυτή καθιστά μη απαραίτητη την παρακάτω παράγραφο του νομοσχεδίου η οποία θα πρέπει να απαλειφθεί:

“Με την επιφύλαξη  του  άρθρου  26  του  ν.  4496/2017,  η  παραγωγή  ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς Α.Π.Ε. εγκατεστημένης ισχύος ή μέγιστης ισχύος παραγωγής μεγαλύτερης του 1 MW απαγορεύεται σε αγροτεμάχια που χαρακτηρίζονται ως αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας, συμπεριλαμβανομένων των περιοχών της Αττικής, καθώς και των περιοχών της Επικράτειας που έχουν ήδη καθοριστεί ως αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας από εγκεκριμένα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια (Γ.Π.Σ.) ή Σχέδια Χωρικής Οικιστικής Οργάνωσης Ανοιχτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.)  του  ν.  2508/1997  (Α’  124),  καθώς   και Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.) του άρθρου 29 του ν. 1337/1983 (Α’ 33),  εκτός αν διαφορετικά προβλέπεται στα εγκεκριμένα αυτά σχέδια”.

Η παραπάνω παράγραφος θέτει επιπλέον περιορισμούς και σε άλλες μορφές ΑΠΕ (όπως π.χ. τα αιολικά) που δεν προϋπήρχαν σε παλαιότερες ρυθμίσεις.

Ένα άλλο σημείο που χρήζει προσοχής είναι η πρόβλεψη του νομοσχεδίου σύμφωνα με την οποία “με απόφαση των Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Περιβάλλοντος και Ενέργειας δύναται να προσδιορίζονται περιορισμοί στον τρόπο θεμελίωσης των βάσεων στήριξης των φωτοβολταϊκών συστημάτων, καθώς και υποχρεώσεις για την αποκατάσταση του γηπέδου μετά την αποξήλωση φωτοβολταϊκών σταθμών”. Σε ότι αφορά τον τρόπο θεμελίωσης των βάσεων στήριξης, αυτό αποτελεί ένα καθαρά τεχνικό θέμα που δεν θα έπρεπε να ρυθμίζεται θεσμικά, καθώς η τεχνολογία αναπτύσσεται και προχωρά και ενδέχεται να τεθούν αναίτιοι περιορισμοί.

Το σημαντικό είναι να υπάρχει πλήρης αποκατάσταση του γηπέδου μετά την παύση λειτουργίας του σταθμού. Ήδη από το 2013, με την ΥΑ 3791/2013, «Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) για έργα ΑΠΕ», ΦΕΚ 104Β/24-1-2013 προβλέπονται τα εξής:

“Μετά την παύση λειτουργίας του έργου, και ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο επήλθε αυτή, θα πρέπει με ευθύνη του κυρίου του έργου και εντός έτους:

  1. Να απομακρυνθεί πλήρως το σύνολο του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού και των δομικών εγκατάσεων του έργου….
  2. Να αποκατασταθεί η επιφάνεια του εδάφους στις θέσεις από όπου θα απομακρυνθεί ο ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός και οι δομικές εγκαταστάσεις του έργου”.

Επειδή η εν λόγω ΚΥΑ αφορά τα έργα της Κατηγορίας Β και για να διασφαλιστεί η αποκατάσταση του γηπέδου σε όλες τις περιπτώσεις, προτείνουμε να υπάρξει η εξής ρύθμιση:

“Μετά την παύση λειτουργίας των φωτοβολταϊκών σταθμών, ανεξαρτήτως ισχύος και ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο επήλθε αυτή, θα πρέπει με ευθύνη του κυρίου του έργου και εντός έτους να υπάρξει αποξήλωση των εγκαταστάσεων και αποκατάσταση του γηπέδου, σύμφωνα με όσα σχετικά προβλέπονται στην ΥΑ 3791/2013 (104Β/24-1-2013)”.

Κοινή ανακοίνωση συλλογικών φορέων ΑΠΕ για τον Ειδικό Λογαριασμό ΑΠΕ

Ο Ειδικός Λογαριασμός ΑΠΕ χρειάζεται θετικές πρωτοβουλίες από την Πολιτεία για τη στήριξή του, και όχι νέα πλήγματα στην ήδη επισφαλή βιωσιμότητά του

Οι παρακάτω υπογράφοντες συλλογικοί φορείς των ΑΠΕ, οι οποίοι εκπροσωπούν:

  • τη μεγάλη πλειοψηφία των ανεξάρτητων ηλεκτροπαραγωγών και προμηθευτών εξοπλισμού ΑΠΕ στην Ελλάδα,
  • το μεγαλύτερο μέρος της εγκατεστημένης ανανεώσιμης ισχύος στη χώρα, και
  • όλες τις εμπορικές τεχνολογίες ΑΠΕ, δηλαδή τα αιολικά πάρκα, τα φωτοβολταϊκά, τα μικρά υδροηλεκτρικά και τη βιομάζα,

Δηλώνουμε ότι:

  1.  Η βιωσιμότητα του ΕΛΑΠΕ, μέσω του οποίου καλύπτονται / καταβάλλονται οι πληρωμές των παραγωγών ΑΠΕ, ήταν και παραμένει η βάση για την ασφάλεια των επενδύσεων, τόσο σε υφιστάμενα, εν λειτουργία όσο και σε νέα, αναπτυσσόμενα έργα ΑΠΕ. Σήμερα, η «υγεία» του ΕΛΑΠΕ είναι, το λιγότερο, επισφαλής, καθώς το φαινομενικά υφιστάμενο (με πολλά ερωτηματικά) λογιστικό πλεόνασμα συνυπάρχει με ένα πραγματικό ταμειακό έλλειμμα, με αποτέλεσμα οι πληρωμές των παραγωγών ΑΠΕ να γίνονται με καθυστέρηση τριών (3) και πλέον μηνών.
  2. Ο κίνδυνος το έλλειμμα αυτό να μεγαλώσει και να τεθεί εκτός ελέγχου, όπως έχει κατ’ επανάληψη συμβεί στο παρελθόν, με ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες όχι μόνο για τους παραγωγούς ΑΠΕ, αλλά και για όλους τους συμμετέχοντες στην εγχώρια αγορά ενέργειας, είναι υπαρκτός. Εντείνεται δε όσο συνεχίζουν να λαμβάνονται μέτρα που, αντί να διασφαλίζουν το λογιστικό και ταμειακό ισοσκελισμό του ΕΛΑΠΕ – τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και σε μόνιμη βάση – αφαιρούν συνεχώς και μόνιμα πόρους από αυτόν, με ορατό πλέον κίνδυνο να παρασύρουν ολόκληρο τον κλάδο των ΑΠΕ σε νέες περιπέτειες, ανάλογες αυτών που βίωσε πριν λίγα χρόνια.
  3. Έτσι, μετά:

α) την πρόωρη και απρογραμμάτιστη κατάργηση, από 1/1/2019, της Χρέωσης Προμηθευτή,

β) του Τέλους Λιγνίτη,

δηλαδή δύο σημαντικών συνιστωσών/εισροών του  Ειδικού Λογαριασμού  ΑΠΕ,  αλλά και

γ) την πρόσφατη αναδρομική (επίσης από 1/1/2019) μείωση του ΕΤΜΕΑΡ, του βασικού δηλαδή «αιμοδότη» του Ειδικού Λογαριασμού, που αποτελεί περίπου το 40% του συνόλου των εσόδων του,

δημοσιοποιήθηκαν πρόσφατα και νέες καταστροφικές για τον ΕΛΑΠΕ προτάσεις, που ζητούν πλέον και την κατάργηση, από 1/1/2019, του Μεσοσταθμικού Μεταβλητού Κόστους Θερμικών Συμβατικών Σταθμών (ΜΜΚΘΣΣ) .

  1. Τυχόν κατάργηση της σημαντικής αυτής εναπομείνασας συνιστώσας του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ, αναμένεται να στερήσει, σύμφωνα με το τελευταίο δημοσιευμένο Μηνιαίο Δελτίο του ΔΑΠΕΕΠ, επιπλέον 68 εκατ. € από τον ΕΛΑΠΕ ετησίως και να επιφέρει ένα νέο άμεσο πλήγμα στη βιωσιμότητά του.

Για το λόγο αυτό, είμαστε αντίθετοι τόσο σε αυτήν όσο και σε κάθε άλλη σκέψη / πρόταση για περαιτέρω αφαίμαξη πόρων από τον ήδη φυλλορροούντα Ειδικό  Λογαριασμό,  και  ζητάμε  τη  λήψη  άμεσων  και  ουσιαστικών  μέτρων  από το  αρμόδιο Υπουργείο ΠΕΝ για τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς του ΕΛΑΠΕ, με την  κατά προτεραιότητα εφαρμογή  των σχετικών δεσμεύσεων που έχουν ήδη, εδώ  και  καιρό,  αναληφθεί  σε  επίπεδο  Ελληνικής  Κυβέρνησης και Ευρωπαϊκών Θεσμών, όπως:

  • Τη θέσπιση ενός εναλλακτικού μηχανισμού στήριξης του ΕΛΑΠΕ, όπως έχει συμφωνηθεί με την Κυβέρνηση και τους Θεσμούς ήδη από την ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης του τελευταίου Προγράμματος.

Με βάση το σχετικό Συμπληρωματικό Μνημόνιο (που επί της ουσίας είχε ολοκληρωθεί από το τέλος του 2017, και τυπικά υπογράφηκε την 22.3.2018), η Κυβέρνηση όφειλε να παρουσιάσει έως το τέλος Μαρτίου 2018 το σχέδιο για το μηχανισμό αυτό (σελ.33, https://ec.europa.eu/info/sites/info/files/economy- finance/third_smou_-_final.pdf ).

  • Τη θέσπιση της Υπουργικής Απόφασης της παρ. 10 του Άρθρου 4 του Ν. 4584/2018, για τις εγγυήσεις που πρέπει να παρέχουν οι προμηθευτές στο ΔΑΠΕΕΠ, προκειμένου, αφ’ ενός να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία του ΕΛΑΠΕ, αφ’ ετέρου να αποκτήσει ο ΔΑΠΕΕΠ την αναγκαία χρηματοοικονομική κάλυψη κατά πιθανών καταχρηστικών συμπεριφορών.
  • Tην ορθή απεικόνιση της λογιστικής εικόνας του ΕΛΑΠΕ με συμπερίληψη όλων των επισφαλειών και κινδύνων.
  • Την τακτική και διαφανή απεικόνιση της πραγματικής ταμειακής κατάστασης του ΕΛΑΠΕ και την τακτική καταγραφή των ποσών που του χρωστούν οι προμηθευτές, πλέον των τόκων υπερημερίας που του οφείλουν.
  • Τη σημαντική αύξηση του ποσοστού των εσόδων από τις δημοπρασίες δικαιωμάτων εκπομπών που αποδίδονται στον ΕΛΑΠΕ.

Οι Φορείς

ΕΛΕΑΒΙΟΜ – Ελληνική Εταιρεία Ανάπτυξης Βιομάζας

ΕΛΕΤΑΕΝ – Ελληνική Επιστημονική Ένωση Αιολικής Ενέργειας

ΕΣΗΑΠΕ – Ελληνικός Σύνδεσμος Ηλεκτροπαραγωγών από ΑΠΕ

ΕΣΜΥΕ – Ελληνικός Σύνδεσμος Μικρών Υδροηλεκτρικών

ΣΕΦ – Σύνδεσμος Εταιριών Φωτοβολταϊκών

ΣΠΕΦ – Σύνδεσμος Παραγωγών Ενέργειας με Φωτοβολταϊκά

 

Οι θέσεις του ΣΕΦ στη δημόσια διαβούλευση ΡΑΕ για την απλοποίηση της διαδικασίας για τη χορήγηση Άδειας Παραγωγής από ΑΠΕ

Δεκατρία χρόνια μετά την ψήφιση του Ν.3468/2006, είναι επιτακτική η ανάγκη αλλαγών και μάλιστα ριζικών στα θέματα αδειοδότησης σταθμών ΑΠΕ. Η πραγματικότητα των αγορών και οι νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, επιβάλλουν ένα νέο καθεστώς αδειοδότησης, εποπτείας και ελέγχου των επενδύσεων, κάτι που είναι ιδιαίτερα εμφανές στην περίπτωση των φωτοβολταϊκών, μιας τεχνολογίας της οποίας η ευκολία κατασκευής των σχετικών έργων και ο προφανής φιλοπεριβαλλοντικός χαρακτήρας της δεν συνάδουν με το σημερινό “βαρύ” και ανελαστικό αδειοδοτικό σχήμα.

Η πρόταση της ΡΑΕ είναι η απλούστευση των κριτηρίων και ο περιορισμός τους στα απολύτως αναγκαία κριτήρια που προσδίδουν στην άδεια παραγωγής τον χαρακτήρα της άδειας σκοπιμότητας”. Στην κατεύθυνση αυτή, η ΡΑΕ προτείνει την κατάργηση ορισμένων κριτηρίων με την εξής ενδιαφέρουσα και ορθή επιχειρηματολογία:

“…δεδομένου ότι τα σχετικά ζητήματα εξετάζονται ενδελεχώς από τους αρμόδιους διαχειριστές, σε επόμενο αδειοδοτικό στάδιο

Κρίνεται σκόπιμο, λαμβάνοντας υπόψη και το ισχύον πλαίσιο υλοποίησης των έργων (ανταγωνιστικές διαδικασίες κ.λπ), ο κίνδυνος μη υλοποίησης έργων λόγω της μη αποδοτικότητάς τους, να αναλαμβάνεται από τον ίδιο τον επενδυτή, ο οποίος οφείλει εντός συγκεκριμένων χρονικών πλαισίων να μεριμνήσει για την εύθετη υλοποίηση του έργου του.

… δεδομένου ότι η εξασφάλιση τυχόν εγκρίσεων και γνωμοδοτήσεων, εξετάζεται ενδελεχώς στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης των έργων και συνεπώς δεν κρίνεται σκόπιμο να αποτελεί αντικείμενo εξέτασης στην απαρχή της αδειοδοτικής διαδικασίας από τη ΡΑΕ”.

Την ίδια στιγμή όμως η ΡΑΕ διατηρεί κάποια κριτήρια τα οποία πληρούν όλες τις παραπάνω συνθήκες κατάργησής τους. Για παράδειγμα, παραμένει ως κριτήριο “η εξέταση της χωροθέτησης του έργου σε οριοθετημένη ζώνη αποκλεισμού χωροθέτησης έργου ΑΠΕ”. Μα και το κριτήριο αυτό “εξετάζεται ενδελεχώς στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης των έργων” και συνεπώς δεν θα έπρεπε να αποτελεί αντικείμενo εξέτασης στην απαρχή της αδειοδοτικής διαδικασίας από τη ΡΑΕ. Γιατί δύο μέτρα και δύο σταθμά λοιπόν;

Το πρώτο από τα κριτήρια που διατηρείται σύμφωνα με την πρόταση της ΡΑΕ είναι “η εθνική ασφάλεια και η προστασία της δημόσιας υγείας και ασφάλειας, εφόσον η Αρχή έχει λάβει γνώση τέτοιου ζητήματος με οποιοδήποτε τρόπο”. Προκαλούμε οποιονδήποτε να μας πει πώς ακριβώς επηρεάζεται η εθνική ασφάλεια και η προστασία της δημόσιας υγείας και ασφάλειας από την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, ώστε να απαιτείται η εξέταση αυτού του κριτηρίου από τη ΡΑΕ. Αν σε κάποιες περιπτώσεις τεχνολογιών η εγκατάστασή τους σε “ευαίσθητες” περιοχές αποτελεί θέμα προς εξέταση, ας υπάρχει ειδική αντιμετώπιση. Γιατί όμως πρέπει μαζί με τα ξερά να καούν και τα χλωρά;

Εκεί όμως που η πρόταση της ΡΑΕ αρχίζει να θέτει νέα εμπόδια στην ανάπτυξη των ΑΠΕ είναι στο κριτήριο ως προς την οικονομική επάρκεια για την υλοποίηση του έργου. Σε αντίθεση με τη σημερινή κατάσταση όπου απαιτούνται ισολογισμοί και αποτελέσματα χρήσης ή διαθέσιμα αποθεματικά και άλλου είδους αποδεικτικά, στην πρότασή της η ΡΑΕ ζητά (στην περίπτωση κάλυψης των έργων με ίδια κεφάλαια) την καταβολή εγγυητικής επιστολής για την υλοποίησή του που θα αντιστοιχεί στο 1%-2% του προϋπολογισμού του έργου.

Πέραν του ότι η πρόταση αυτή αντιφάσκει και πάλι με την επιχειρηματολογία της ίδιας της ΡΑΕ “να μην επικεντρώνεται στην εν γένει χρηματοοικονομική δυνατότητα του φορέα σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, η οποία εκ των πραγμάτων κρίνεται από τους δυνητικούς χρηματοδότες του σε μεταγενέστερο στάδιο ανάπτυξής του, η πρόταση αυτή απειλεί στην πράξη να θέσει φραγμό στο ενδιαφέρον που επιδεικνύεται το τελευταίο διάστημα από επενδυτές με μεγάλα χαρτοφυλάκια, στην περίπτωση των οποίων η προτεινόμενη εγγυητική επιστολή αντιστοιχεί σε ποσά των εκατομμυρίων ευρώ. Καλούνται λοιπόν να καταθέσουν εγγυητική επιστολή μόνο και μόνο για να καταθέσουν μια αίτηση στη ΡΑΕ και όσο περισσότερο καθυστερεί η ΡΑΕ τόσο περισσότερο επιβαρύνονται αυτοί χωρίς να φταίνε και χωρίς να μπορούν να κάνουν τίποτα γι’ αυτό! Σε τελική ανάλυση, αν ο επενδυτής δεν έχει τη δυνατότητα εξεύρεσης χρηματοδότησης του έργου του, δεν θα είναι σε θέση να καταθέσει εγγυητικές επιστολές για να εξασφαλίσει όρους σύνδεσης ή τη συμμετοχή του σε διαγωνιστικές διαδικασίες, πόσο μάλλον να κατασκευάσει το έργο. Αναρωτιόμαστε επίσης τι σχέση μπορεί να έχει ένα τέτοιο παράλογο και αντιαναπτυξιακό μέτρο με την “απλοποίηση των διαδικασιών”.

Ο ΣΕΦ έχει προτείνει εδώ και καιρό, ένα ολοκληρωμένο πακέτο προτάσεων για τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου που αφορά τα φωτοβολταϊκά. Μεταξύ των προτάσεων για την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης για τα φωτοβολταϊκά προτείνει την κατάργηση των Αδειών Παραγωγής, Εγκατάστασης και Λειτουργίας και τη θέσπιση ενός νέου σχήματος αδειοδότησης, εποπτείας και ελέγχου των επενδύσεων. Προφανώς, ο εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου δεν εξαντλείται στο στάδιο της Άδειας Παραγωγής, αλλά αφορά και τη μετέπειτα διαδικασία.

Ο ρόλος της ΡΑΕ οφείλει να είναι πιο επιτελικός σε ότι αφορά στον ενεργειακό σχεδιασμό και όχι να αναπαράγει γραφειοκρατικές αγκυλώσεις του παρελθόντος. Άλλωστε, η έννοια της άδειας παραγωγής δεν υπάρχει για τα φωτοβολταϊκά σε άλλες χώρες. Αυτό ουδόλως εμποδίζει τις εκεί αρμόδιες αρχές να έχουν εικόνα του που βαδίζει η αγορά και τι ανάγκες καλούνται να καλύψουν σε επίπεδο σχεδιασμού και χάραξης πολιτικής, αρκεί να υπάρχει η σχετική γνωστοποίηση και η τήρηση σχετικών αρχείων. Επί της ουσίας, η ΡΑΕ είναι σήμερα ο απόλυτος ρυθμιστής της αγοράς, αφού μέσω των διαγωνιστικών διαδικασιών, που είναι πλέον σε ισχύ, μπορεί να καθορίζει και το ρυθμό διείσδυσης της κάθε τεχνολογίας αλλά εμμέσως και τη βιωσιμότητα των επενδύσεων μέσω καθορισμού τιμών οροφής σε κάθε μειοδοτικό διαγωνισμό. Δεν τίθεται θέμα λοιπόν αν υπάρχει “η δυνατότητα του αιτούντος να υλοποιήσει το έργο” αφού θεωρητικά έχει φροντίσει γι’ αυτό η ΡΑΕ μέσω της προκήρυξης και εποπτείας των διαγωνισμών, ενώ αν ο επενδυτής δεν υλοποιήσει τελικά το έργο εντός συγκεκριμένων προθεσμιών υπάρχουν κυρώσεις μέσω κατάπτωσης των εγγυητικών επιστολών.

Η βασική αλλαγή που θα οδηγήσει σε σημαντική απλοποίηση και επιτάχυνση της ανάπτυξης των φωτοβολταϊκών, αφορά στην κατάργηση του πρώτου αδειοδοτικού βήματος που ισχύει σήμερα, δηλαδή στην απόκτηση άδειας παραγωγής (ή εξαίρεσης απ’ αυτήν) από τη ΡΑΕ.

Στις περιοχές με κορεσμένο δίκτυο (όπως είναι αρκετά μη διασυνδεδεμένα νησιά), η δυνατότητα απορρόφησης ισχύος μπορεί να διαπιστώνεται με απόφαση της ΡΑΕ, μετά από εισήγηση του Διαχειριστή του Δικτύου. Ο αρμόδιος Διαχειριστής πρέπει να υποχρεούται να προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες για τη σύνδεση των σταθμών με το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών με σειρά προτεραιότητας των αιτήσεων των ενδιαφερομένων μέχρι εξαντλήσεως του εκάστοτε ορίου. Αν στις περιοχές όπου υπάρχει περιορισμένη διαθέσιμη ισχύς, ο ενδιαφερόμενος δεν προχωρήσει, με δική του υπαιτιότητα, σε υλοποίηση και ηλέκτριση του σταθμού εντός ενός καθορισμένου χρονικού διαστήματος από τη θετική γνωμοδότηση για σύνδεση με το Δίκτυο, να αίρεται η γνωμοδότηση αυτή και ο αρμόδιος Διαχειριστής να κατανέμει τη διαθέσιμη ισχύ στον επόμενο κατά σειρά προτεραιότητας ενδιαφερόμενο.

Η κατάργηση της άδειας παραγωγής συμπαρασύρει ως γνωστόν και τις άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας, οι οποίες επίσης θα πρέπει να καταργηθούν. Είναι σαφές ότι, με την κατάργηση της άδειας παραγωγής, παύει να έχει νόημα και η καταβολή του ετήσιου τέλους διατήρησης δικαιώματος κατοχής άδειας παραγωγής.

Τα παραπάνω είναι συμβατά με την Οδηγία 2018/2001 σύμφωνα με την οποία “θα πρέπει να καθορίζονται απλουστευμένες και λιγότερο επαχθείς διαδικασίες αδειοδότησης, μεταξύ άλλων μέσω απλής κοινοποίησης, για αποκεντρωμένα συστήματα και για την παραγωγή και αποθήκευση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές”. Στο άρθρο 15, η εν λόγω Οδηγία αναφέρει πως τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι: α) οι διοικητικές διαδικασίες απλουστεύονται και διεκπεραιώνονται με ταχείες διαδικασίες στο κατάλληλο διοικητικό επίπεδο και ορίζονται προβλέψιμα χρονοδιαγράμματα για τις διαδικασίες”.

Σύμφωνα με το άρθρο 16 της Οδηγίας 2018/2001, που αφορά την οργάνωση και διάρκεια της διαδικασίας αδειοδότησης: 1.Τα κράτη μέλη δημιουργούν ή ορίζουν ένα ή περισσότερα σημεία επαφής. Αυτά τα σημεία επαφής, κατόπιν αιτήματος του αιτούντος, παρέχουν καθοδήγηση και διευκολύνουν το σύνολο της διοικητικής διαδικασίας αδειοδότησης. Σε ολόκληρη τη διαδικασία ο αιτών επικοινωνεί μόνο με ένα σημείο επαφής. Η διαδικασία αδειοδότησης καλύπτει τις σχετικές διοικητικές άδειες εγκατάστασης, ανανέωσης και εκμετάλλευσης σταθμών παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και τα πάγια στοιχεία που απαιτούνται για τη σύνδεσή τους στο δίκτυο. Η διαδικασία αδειοδότησης περιλαμβάνει όλες τις διαδικασίες από τη βεβαίωση της παραλαβής της αίτησης έως την κοινοποίηση του αποτελέσματος της διαδικασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2. 2.Το σημείο επαφής καθοδηγεί τον αιτούντα κατά τη διοικητική διαδικασία υποβολής αίτησης αδειοδότησης με διαφανή τρόπο έως την έκδοση μίας ή περισσότερων αποφάσεων από τις υπεύθυνες αρχές στο τέλος της διαδικασίας, του παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και εμπλέκει, ενδεχομένως, και άλλες διοικητικές αρχές. Οι αιτούντες έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν όλα τα σχετικά έγγραφα και σε ψηφιακή μορφή”.

Στην κατεύθυνση αυτή, θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα εθνικό “σημείο επαφής”. Αυτό το ρόλο θα μπορούσε να τον παίξει, για παράδειγμα, η ΡΑΕ. Μέσω μιας ηλεκτρονικής πλατφόρμας που θα διαχειρίζεται το σημείο επαφής, η οποία θα ενημερώνεται και θα δίνει πληροφορία σε πραγματικό χρόνο, μπορεί να διασφαλιστεί η παρακολούθηση, η εποπτεία και ο έλεγχος κάθε έργου. Οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές θα πρέπει επίσης να έχουν πρόσβαση σε αυτή την πλατφόρμα για να γνωρίζουν πώς προχωρά η αδειοδοτική διαδικασία για το έργο τους.

Κατανοούμε ότι είναι δύσκολο για τη ΡΑΕ να προτείνει η ίδια την κατάργηση μιας από τις κύριες ενασχολήσεις της. Από την άλλη όμως, η ΡΑΕ έχει πλειάδα θεμάτων να διεκπεραιώσει ως ρυθμιστής της αγοράς ενέργειας. Ας επικεντρώσει λοιπόν σε αυτά που είναι όντως απαραίτητα και δεν της απομυζούν άσκοπα πόρους και χρόνο και που κυρίως δεν έχουν ξεπεραστεί από την ίδια την πραγματικότητα των αγορών.

Ο ΔΕΔΔΗΕ αρχίζει να δέχεται αιτήματα για συστήματα αποθήκευσης σε συνδυασμό με net-metering

Από τις 17.9.2019, ο ΔΕΔΔΗΕ θα κάνει αποδεκτά αιτήματα ενεργειακού συμψηφισμού από αυτοπαραγωγούς, για φωτοβολταϊκούς σταθμούς και σταθμούς λοιπών τεχνολογιών, με χρήση συστημάτων αποθήκευσης που αφορούν τόσο στο Διασυνδεδεμένο Δίκτυο όσο και στα ΜΔΝ. Τα αιτήματα αυτά, θα υποβάλλονται στις κατά τόπους μονάδες του ΔΕΔΔΗΕ όταν πρόκειται για φωτοβολταϊκούς σταθμούς, ενώ όταν πρόκειται για λοιπές τεχνολογίες στη ΔΧΔ ή στη ΔΔΝ  κατά τα ανωτέρω.

Δείτε το σχετικό κείμενο Ερωτήσεων-Απαντήσεων του ΔΕΔΔΗΕ καθώς και τα αντίστοιχα έντυπα αιτήσεων, ήτοι το πρόσθετο έντυπο με τα τεχνικά χαρακτηριστικά του συστήματος αποθήκευσης που προσκομίζεται μαζί με τα λοιπά δικαιολογητικά της αίτησης σύνδεσης του σταθμού παραγωγής και το έντυπο σε περίπτωση προσθήκης συστήματος αποθήκευσης σε υφιστάμενη εγκατάσταση ενεργειακού συμψηφισμού.

Ο ΣΕΦ προτείνει ριζικές θεσμικές αλλαγές για τα φωτοβολταϊκά

Μετά από “χειμερία νάρκη” μιας πενταετίας σχεδόν, η αγορά φωτοβολταϊκών ξανακάνει δυναμικά την εμφάνισή της στη χώρα μας, με έκδηλο πια το επενδυτικό ενδιαφέρον, τόσο από εγχώριους παίκτες, όσο και από μεγάλους πολυεθνικούς ομίλους. Σημειωτέον ότι πλέον τα φωτοβολταϊκά παρέχουν τη φθηνότερη ηλεκτρική ενέργεια καθώς το κόστος τους έχει πέσει δραστικά τα τελευταία χρόνια, μια τάση που αναμένεται να συνεχιστεί για πολλά ακόμη χρόνια. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως κάποιες πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι, ως το 2050, επτά στις δέκα κιλοβατώρες διεθνώς θα παράγονται με φωτοβολταϊκά. Επιπλέον, τα φωτοβολταϊκά αποτελούν σήμερα τον μεγαλύτερο “εργοδότη” στον χώρο των ΑΠΕ.

Οι θεσμικές ρυθμίσεις όμως, και κυρίως αυτές που σχετίζονται με την αδειοδότηση των έργων, παρέμειναν πολλές φορές στάσιμες, με αποτέλεσμα, πολλές από αυτές, να είναι παρωχημένες και να αποτελούν σήμερα τροχοπέδη στην ανάπτυξη των ΑΠΕ.

Για το λόγο αυτό, ο Σύνδεσμος Εταιριών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ)  επεξεργάστηκε ένα ολοκληρωμένο πακέτο προτάσεων για τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου που αφορά τα φωτοβολταϊκά. Οι βασικές κατευθύνσεις στις οποίες κινούνται οι προτάσεις του Συνδέσμου Εταιριών Φωτοβολταϊκών είναι οι εξής:

  1. Απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης για τα φωτοβολταϊκά (με κατάργηση των Αδειών Παραγωγής, Εγκατάστασης και Λειτουργίας) και θέσπιση ενός νέου σχήματος αδειοδότησης, εποπτείας και ελέγχου των επενδύσεων.
  2. Αποσαφήνιση θεμάτων χωροθέτησης φωτοβολταϊκών σταθμών.
  3. Να επιτραπεί υπό προϋποθέσεις η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε ένα μικρό ποσοστό της γεωργικής γης.
  4. Βελτίωση πολεοδομικών ρυθμίσεων που αφορούν τα φωτοβολταϊκά.
  5. Βελτίωση καθεστώτος ανταγωνιστικών διαδικασιών.
  6. Άρση των περιορισμών στα μικρής κλίμακας φωτοβολταϊκά.
  7. Βελτίωση του καθεστώτος αυτοπαραγωγής και ιδιοκατανάλωσης ενέργειας.
  8. Προώθηση της αποθήκευσης ενέργειας και άρση των σημερινών εμποδίων.

Δείτε εδώ τις αναλυτικές προτάσεις του ΣΕΦ.

O ΔΕΔΔΗΕ αρχίζει να δέχεται αιτήματα από αυτοπαραγωγούς (και Ενεργειακές Κοινότητες) ως 1 MW

Σε εφαρμογή των διατάξεων της Υπουργικής Απόφασης ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/15084/382 (ΦΕΚ Β΄759/05.03.2019), ο ΔΕΔΔΗΕ θέτει υπόψη των ενδιαφερομένων ότι η υποδοχή αιτημάτων σύνδεσης από αυτοπαραγωγούς με εφαρμογή ενεργειακού συμψηφισμού ή εικονικού ενεργειακού συμψηφισμού, βάσει των νέων ορίων ισχύος της ως άνω ΥΑ, καθώς και αιτημάτων σύνδεσης από Ενεργειακές Κοινότητες (Ε.Κοιν.) με εφαρμογή εικονικού ενεργειακού συμψηφισμού θα ξεκινήσει στις 07.06.2019.

Επί του παρόντος ο ΔΕΔΔΗΕ θα υποδέχεται και θα διεκπεραιώνει αιτήσεις σύνδεσης μόνο για φωτοβολταϊκούς σταθμούς, χωρίς συστήματα αποθήκευσης. Η έναρξη υποδοχής αιτημάτων λοιπών τεχνολογιών, αιτημάτων με συνδυασμό δύο τεχνολογιών και αιτημάτων με αποθήκευση ενέργειας θα ακολουθήσει στη συνέχεια και η σχετική ημερομηνία θα γνωστοποιηθεί μέσω νέας Ανακοίνωσης.

Τα αιτήματα για φωτοβολταϊκούς σταθμούς που συνδέονται στο δίκτυο χαμηλής τάσης θα υποβάλλονται στις αρμόδιες τοπικές μονάδες του ΔΕΔΔΗΕ (Περιοχές). Τα αιτήματα για σταθμούς που συνδέονται στο δίκτυο μέσης τάσης θα υποβάλλονται στις έδρες των Διευθύνσεων Περιφερειών του ΔΕΔΔΗΕ (Περιφέρειες) προκειμένου για αιτήσεις που αφορούν στο Διασυνδεδεμένο Δίκτυο (ηπειρωτική χώρα και διασυνδεδεμένα με αυτή νησιά), ενώ προκειμένου για αιτήσεις που αφορούν στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά, όλα τα αιτήματα θα υποβάλλονται στις Περιοχές ΔΕΔΔΗΕ, με συμπλήρωση των σχετικών εντύπων αίτησης και συνυποβολή των προβλεπόμενων εγγράφων και στοιχείων. Στον ιστότοπο του ΔΕΔΔΗΕ έχουν αναρτηθεί τα νέα έντυπα αιτήσεων σύνδεσης και το σχετικό πληροφοριακό υλικό προσαρμοσμένο στο νέο πλαίσιο.

Δεδομένης της ολοκλήρωσης της α’ φάσης διασύνδεσης των Κυκλάδων, τα νησιά που ανήκουν στα ηλεκτρικά συστήματα Σύρου, Πάρου και Μυκόνου, εντάσσονται πλέον στο ΕΣΜΗΕ και επομένως εμπίπτουν στις προβλέψεις της ανωτέρω ΥΑ ως προς τα μέγιστα όρια ισχύος σταθμών παραγωγής ενεργειακού και εικονικού ενεργειακού συμψηφισμού στο Διασυνδεδεμένο Σύστημα.

Ειδικότερα ως προς τα κορεσμένα δίκτυα της Πελοποννήσου (κατάντη ΚΥΤ Κουμουνδούρου) και της Νότιας Εύβοιας (περιοχή νοτίως του Αλιβερίου συμπεριλαμβανομένων των νησιών Άνδρος και Τήνος), παύει να ισχύει ο αρχικώς τεθείς περιορισμός των 20 kW για την μέγιστη ισχύ των συστημάτων αυτοπαραγωγής και θα εφαρμοστούν και στις περιοχές αυτές τα μέγιστα όρια ισχύος της ανωτέρω ΥΑ, μέχρις εξαντλήσεως των συνολικών περιθωρίων ισχύος 30 MW και 10 MW αντιστοίχως, του ν.4546/2018 (ΦΕΚ Α’ 101/12.06.2018) για σταθμούς αυτοπαραγωγών με ενεργειακό ή εικονικό ενεργειακό συμψηφισμό και για σταθμούς από Ενεργειακές Κοινότητες, εφόσον δεν μεσολαβήσουν ενδιαμέσως αποφάσεις άρσης του κορεσμού.

Νέοι επενδυτικοί οδηγοί από τον ΣΕΦ

Δυο νέους επικαιροποιημένους οδηγούς για επενδύσεις σε φωτοβολταϊκά ετοίμασε ο ΣΕΦ για κάθε ενδιαφερόμενο.

Δείτε εδώ τον Πρακτικό Οδηγό για Επενδύσεις σε Φωτοβολταϊκά

και εδώ τον αντίστοιχο Οδηγό για  Αυτοπαραγωγή με ενεργειακό συμψηφισμό και εικονικό ενεργειακό συμψηφισμό για ιδιώτες, επιχειρήσεις και ενεργειακές κοινότητες με ή χωρίς αποθήκευση