European Parliament vote: Big win for solar



 Minimum, binding 35% EU RES target at EU level.

  • With the help of “benchmarks”, Member States should define their 2030 national targets, which together, should add up to an EU-wide 35% target.
  • EU countries would be allowed to deviate from their targets by maximum 10% only in “exceptional and duly justified circumstances” and provided that they send a notification to the EU Commission by 2025.
  • The Commission would need to take corrective measures if, as a result of Member States’ notifications, the EU 35% target is at risk of not being met.


 Current EU rules set by state aid guidelines should continue to apply in the next decade:

    • Member States should be able to choose between technology neutral or technology specific support schemes for energy from renewable sources.
    • As for support to electricity from renewable sources, exemptions from the use of market premiums should continue to be possible for projects below 500 KW and exemptions from the allocation of support via tenders should continue to be possible for installations below 1 MW (different numbers for wind).
  • Member States should publish schedules of support for the 5-years ahead.
  • Support schemes should not be changed retrospectively. Changes should be announced at least 9 months before they enter into force and they should involve a public consultation process.
  • Member States should provide compensation to supported projects in case regulatory changes such as electricity tariff redesigns and increased curtailment levels affect such projects in a “significant or discriminatory manner”.


  •  Member States should make sure that RES projects below 8 KW can be connected to the grid following a notification to the local grid operator.
  • Developers of projects between 10.8 KW and 50 KW should send a notification to the local grid operator. If no answer is made within two weeks or in the case of a positive answer they would then be able to connect.
  • However, within two weeks, the local grid operator has the possibility to reject the new connection on “justified grounds” or propose a solution. Project developers may at that point decide to go through the normal authorisation procedure.
  • Authorisation procedures for projects between 50 KW and 1 MW should be digitalised, involve a single contact point and last maximum 1 year.
  • Authorisation procedures for projects above 1 MW should be as above and last maximum 3 years.


  • Member States should allow consumers to become RES prosumers, either individually or collectively.
  • Prosumers should be exempted from the requirement of obtaining a supply licence provided they inject into the grid max 10 MWh/year at individual level or 500 MWh/year collectively.
  • Excess generation should be remunerated at least at the market.
  • Electricity consumed “within their premises” should not be liable for “any charge, fee, or tax”; complementary storage systems should not be charged either; however, the text is ambiguous as to prosumers’ contribution to network.
  • “Premises” are broadly defined as residential area, commercial, industrial and shared services site, or closed distribution.
  • Third party ownership of on-site plants should be allowed and barriers to the adoption of decentralised RES by low-income consumers or tenants should be removed.
  • Member States should allow consumers to join RES communities. Communities should be composed of at least a majority of local actors and they should not be allowed to install more than 18 MW within 5 years.


  •  Member States should make sure that RES plants installed after 2020 are not double- compensated.
  • To reach this objective, Member States should choose among the following options:
    • Issue and then cancel GOs associated with subsidised RES.
    • Give GOs to subsidised RES producers but make sure that support is either granted within competitive frameworks or is adjusted taking into account the possible revenues from GO
    • In the framework of a corporate PPA, give the GO directly to the corporate buyer.
  • Member States should assess and lift barriers to corporate RES procurement and make information available to the public.


  • Member States should reach a 12% RES in transport targets by mandating fuel suppliers to sell a certain share of renewable energy to the transport sector – RES electromobility can be part of that RES share.


SolarPower Europe (European Photovoltaic Industry Association) Rue d’Arlon 69-71 ž 1040 Brussels ž Belgium ž +32 2 709 55 20 ž


Κοινή ανακοίνωση φορέων ΑΠΕ για τη «Χρέωση Προμηθευτών»

Οι  παρακάτω υπογράφοντες συλλογικοί φορείς εκπροσωπώντας:

  • τη μεγάλη πλειοψηφία των ανεξάρτητων ηλεκτροπαραγωγών και προμηθευτών εξοπλισμών ΑΠΕ στην Ελλάδα,
  • το μεγαλύτερο τμήμα της εγκατεστημένης ανανεώσιμης ισχύος στην χώρα, και
  • όλες τις εμπορικές τεχνολογίες ΑΠΕ, δηλαδή τα αιολικά πάρκα, τα φωτοβολταϊκά, τα μικρά υδροηλεκτρικά και τη βιομάζα

Δηλώνουμε ότι πρέπει να συνεχιστεί απαρέγκλιτα η εφαρμογή της ρύθμισης του Άρθρου 23 του Ν. 4414/2016 που ψηφίστηκε με ευρύτατη πλειοψηφία στη Βουλή στις 4.8.2016, εξειδικεύτηκε με δύο Αποφάσεις της ΡΑΕ (334/2016 και 149/2017) και έγινε γνωστή ως «Χρέωση Προμηθευτών», δεδομένου ότι:

  1. Στόχος της ήταν και παραμένει, να ενσωματώσει την αξία της ανανεώσιμης ενέργειας στο συνολικό κόστος των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, έτσι ώστε να αντανακλάται η μείωση που επιφέρουν σε αυτό οι ΑΠΕ – και μάλιστα μέσω του ίδιου του μηχανισμού επίλυσης της χονδρεμπορικής αγοράς.

Η μη ενσωμάτωση της αξίας αυτής ως ανωτέρω επιβάρυνε άδικα τους καταναλωτές και τις ΑΠΕ προς όφελος των προμηθευτών αφού προκαλούσε για πολλά χρόνια συνεχείς αυξήσεις του ΕΤΜΕΑΡ και ελλείμματα στον Ειδικό Λογαριασμό ΑΠΕ (Ε.Λ.ΑΠΕ) του ΛΑΓΗΕ.

  1. Ενάμισι χρόνο μετά τη θεσμοθέτησή της έχει φέρει τα εξής σημαντικότατα θετικά αποτελέσματα:

(α)  ήρε – επί της αρχής και στην πράξη – την προαναφερόμενη σοβαρότατη στρέβλωση, που οφειλόταν στον απαρχαιωμένο τρόπο χρηματοδότησης του ΕΛ.ΑΠΕ και δρομολόγησε τη μόνιμη εξάλειψη των  αρνητικών επιπτώσεών της

(β)     αρχικά συγκράτησε και στη συνέχεια μείωσε το έλλειμμα του Ε.Λ.ΑΠΕ, το οποίο πλέον αναμένεται να μηδενιστεί στο τέλος του 2017

(γ)     απέτρεψε νέες αυξήσεις του ΕΤΜΕΑΡ και τις προκύπτουσες αντίστοιχες αυξήσεις των τιμολογίων των καταναλωτών

(δ)     συνέβαλε στη μείωση της καθυστέρησης των πληρωμών των παραγωγών ΑΠΕ από τους επτά  (7) στους τέσσερις (4) μήνες

  1. Η συνέχιση της εφαρμογής της Χρέωσης Προμηθευτών, πάντα υπό την εποπτεία και τον  έλεγχο της ΡΑΕ, αναμένεται:

(α)     να επιτρέψει τη μείωση του ΕΤΜΕΑΡ και την περαιτέρω μείωση των τιμολογίων των καταναλωτών

(β)     να διασφαλίσει μεσοπρόθεσμα τη βιωσιμότητα του Ε.Λ. ΑΠΕ, καθώς  αποφεύγεται  η δημιουργία ελλειμμάτων σε μόνιμη βάση

(γ)     να ενισχύσει την αξιοπιστία του ΛΑΓΗΕ και την ασφάλεια των επενδύσεων, υφιστάμενων και νέων

(δ)     να αποτρέψει δυσλειτουργίες και μέτρα που αναστάτωσαν την αγορά για πολλά χρόνια (αναδρομικές περικοπές εσόδων των έργων ΑΠΕ, μεγάλες υπερημερίες πληρωμών, δυσφήμιση των ΑΠΕ κ.λπ.)

  1. Αντίθετα, η προτεινόμενη από ορισμένους κατάργησή της θα οδηγούσε την αγορά πίσω στην προηγούμενη κατάσταση, δηλαδή σε αναγκαστικές νέες αυξήσεις του ΕΤΜΕΑΡ προκειμένου να μην προκύπτουν ελλείμματα στον Ε.Λ.ΑΠΕ, οι οποίες, όπως έχει αποδειχθεί και επεξηγηθεί επανειλημμένα, κατέληγαν να επιδοτούν τους προμηθευτές σε βάρος των καταναλωτών και των ΑΠΕ για πολλά χρόνια.

Η Χρέωση Προμηθευτών αίροντας τη μεγάλη αυτή στρέβλωση, συνδράμει ουσιαστικά τόσο στον εξορθολογισμό όσο και στη σταδιακή, διαφανή και επωφελή για όλους περαιτέρω απελευθέρωση της αγοράς και  πρέπει να συνεχίσει να εφαρμόζεται.


Οι φορείς

Ελληνική Εταιρεία Ανάπτυξης Βιομάζας, ΕΛΕΑΒΙΟΜ

Ελληνική Επιστημονική Ένωση Αιολικής Ενέργειας, ΕΛΕΤΑΕΝ

Ελληνικός Σύνδεσμος Ηλεκτροπαραγωγών από ΑΠΕ, ΕΣΗΑΠΕ

Ελληνικός Σύνδεσμος Μικρών Υδροηλεκτρικών Έργων, ΕΣΜΥΕ

Πανελλήνιος Σύνδεσμος Αγροτικών Φωτοβολταϊκών, ΠΣΑΦ

Σύνδεσμος Εταιριών Φωτοβολταϊκών, ΣΕΦ

Σύνδεσμος Παραγωγών Ενέργειας με Φωτοβολταϊκά, ΣΠΕΦ


Η συμβατότητα των φωτοβολταϊκών με τον αγροτικό χαρακτήρα των περιοχών υψηλής παραγωγικότητας

Με βάση την τρέχουσα πρακτική, ακόμη και σε γεωργικές περιοχές υψηλής παραγωγικότητας επιτρέπονται συγκεκριμένες χρήσεις (περιλαμβανομένης της εγκατάστασης μεταποιητικών επιχειρήσεων), αφού μία ύπαιθρος χωρίς υποδομές και άλλες λειτουργίες θα ήταν πλήρως αποστεωμένη και μη λειτουργική.

Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι το κατά πόσον η εκμετάλλευση των ΑΠΕ και ειδικότερα των φωτοβολταϊκών συνιστά δραστηριότητα συμβατή με τον αγροτικό χαρακτήρα κάποιων περιοχών ή αν θα έπρεπε να εξοβελίζεται απ’ αυτές ως μη συνάδουσα με τις αγροτικές δραστηριότητες.

Ισχυριζόμαστε και τεκμηριώνουμε παρακάτω, πως όχι μόνο οι ΑΠΕ είναι συμβατές με τον αγροτικό χαρακτήρα της υπαίθρου, αλλά επιπλέον προσφέρουν και προστιθέμενη αξία σε περιοχές που ουσία ή και τύποις χαρακτηρίζονται ως υψηλής παραγωγικότητας.

Το υπόδειγμα της ηλιακής ενεργειακής γεωργίας

Η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα πρέπει να θεωρείται αγροτοβιομηχανική δραστηριότητα για μια σειρά από λόγους.

Τόσο η παραδοσιακή γεωργική πρακτική όσο και οι ΑΠΕ (άλλες άμεσα και άλλες έμμεσα) χρησιμοποιούν εκτάσεις γης για να μετατρέψουν την ηλιακή ακτινοβολία σε ένα χρήσιμο προϊόν. Στην περίπτωση της γεωργίας, η ηλιακή ακτινοβολία μετατρέπεται μέσω της φωτοσύνθεσης σε οργανική ύλη, ενώ στην περίπτωση των φωτοβολταϊκών σε ηλεκτρική ενέργεια. Μέρος του παραγόμενου τελικού προϊόντος (αγροτικά προϊόντα ή ενέργεια) καταναλώνεται από τους ίδιους τους αγρότες, ενώ το υπόλοιπο τροφοδοτείται σε άλλες περιοχές.

Η αποδοτικότητα στη μετατροπή της ηλιακής ακτινοβολίας είναι μεγαλύτερη στην περίπτωση των φωτοβολταϊκών. Ενώ η μέγιστη δυνατή αποδοτικότητα της φωτοσύνθεσης προσδιορίζεται στο 4,5%-6% (0,1%-0,4% στην πράξη και σε ότι αφορά γεωργικές καλλιέργειες), η αντίστοιχη των φωτοβολταϊκών είναι 15%-20%. Κατά μέσο όρο, η αποδοτικότητα των φωτοβολταϊκών στη μετατροπή της ηλιακής ακτινοβολίας είναι 100 φορές μεγαλύτερη από αυτήν της φωτοσύνθεσης. Η χρήση συνεπώς γης υψηλής παραγωγικότητας για παραγωγή ηλιακού ηλεκτρισμού, αναβαθμίζει τον χαρακτήρα της και το βαθμό της παραγωγικότητάς της.

Ομοιότητες μεταξύ γεωργικής παραγωγής και παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ παρατηρούνται και σε άλλους τομείς. Ενώ, για παράδειγμα, η εκμετάλλευση των ορυκτών καυσίμων παρουσιάζει συν τω χρόνω μία κωδωνοειδή καμπύλη (λόγω εξάντλησης των μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων), τόσο η γεωργική παραγωγή όσο και η διείσδυση της ηλιακής ενέργειας στο ενεργειακό ισοζύγιο ακολουθούν μία σιγμοειδή καμπύλη, ακριβώς λόγω του ανανεώσιμου χαρακτήρα των φυσικών πόρων στις οποίες στηρίζονται.

Φωτοβολταϊκά και προστασία της γης υψηλής παραγωγικότητας

Κατά καιρούς έχουν θεσμοθετηθεί απαγορεύσεις και περιορισμοί στις επιτρεπτές χρήσεις σε γεωργικές γαίες υψηλής παραγωγικότητας. Βούληση του νομοθέτη είναι η προστασία της γης υψηλής παραγωγικότητας, κυρίως από την επαπειλούμενη οικιστική ανάπτυξη.

Οι φωτοβολταϊκοί σταθμοί συμβάλλουν στην κατεύθυνση αυτή με μια σειρά από τρόπους:

  1. Διασφαλίζουν ότι οι χρησιμοποιούμενες γαίες δεν θα κτιστούν τουλάχιστον για μία εικοσαετία (όσο διαρκεί το συμβόλαιο πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας) ή 25ετία στην περίπτωση της αυτοπαραγωγής.
  2. Επιτρέπουν την αγρανάπαυση και αποτοξίνωση γεωργικών εκτάσεων που έχουν υποστεί εντατική εκμετάλλευση με χρήση αγροχημικών.
  3. Επιτρέπουν τη φυτοκάλυψη των χρησιμοποιούμενων γαιών και την πιθανή παράλληλη χρήση τους για την ήπια εκτατική κτηνοτροφία.

Επιπλέον, να επισημάνουμε πως σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας επιτρέπεται, ούτως ή άλλως, η όδευση γραμμών μεταφοράς και διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας, οι δε καλλιέργειες εξυπηρετούνται απ’ αυτές καταναλώνοντας π.χ. ηλεκτρική ενέργεια για τη λειτουργία των αντλιών που απαιτούνται για άρδευση. Συνιστά παραλογισμό να επιτρέπεται η υποδομή για μεταφορά και κατανάλωση της ηλεκτρικής ενέργειας αλλά όχι για την επιτόπια παραγωγή της και μάλιστα με καθαρές τεχνολογίες. Αν η ίδια η βιωσιμότητα των καλλιεργειών απαιτεί ενέργεια, πως είναι δυνατόν η επιτόπια παραγωγή της να είναι ασύμβατη με τον αγροτικό χαρακτήρα της περιοχής; Φανταστείτε το ανάλογο στην περίπτωση του νερού. Είναι σαν να επιτρέπεται η μεταφορά νερού για άρδευση από αποστάσεις εκατοντάδων χιλιομέτρων, αλλά όχι η χρήση τοπικών υδατικών πόρων!

Η οικονομική και αναπτυξιακή διάσταση

Σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ, η διαφύλαξη της γης υψηλής παραγωγικότητας εξυπηρετεί και αναπτυξιακούς στόχους. Ενώ η συνταγματική επιταγή κρίνει ως ασυμβίβαστες ορισμένες χρήσεις (π.χ. κατοικία) σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας, εν τούτοις η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης καθιστά θεμιτές, ίσως μάλιστα και επιβεβλημένες παρεκκλίσεις ή αποκλίσεις από την προστασία της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας, εφόσον συγκεκριμένοι λόγοι δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος τις δικαιολογούν. Η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών (και άλλων μονάδων ΑΠΕ) μπορεί, ως δραστηριότητα συμβατή με τον αγροτικό χαρακτήρα μιας περιοχής, να συμβάλλει στην αναπτυξιακή προοπτική της υπαίθρου.

Δεδομένης της συρρίκνωσης του αγροτικού εισοδήματος, που εντάθηκε την περίοδο της οικονομικής ύφεσης, είναι σημαντικό να διασφαλιστούν εναλλακτικές συμπληρωματικές πηγές εσόδων για τον αγροτικό πληθυσμό. Η εκμετάλλευση των ΑΠΕ μπορεί να αποτελέσει μία σημαντική συμπληρωματική πηγή εσόδων, η οποία εν τέλει θα τους κρατήσει κοντά στη γη και στη βασική οικονομική τους δραστηριότητα.

Σημειωτέον ότι το υπουργείο Οικονομικών αντιμετωπίζει ως εισόδημα προερχόμενο από αγροτική δραστηριότητα το εισόδημα που λαμβάνουν οι αγρότες από τη διαχείριση των φωτοβολταϊκών τους, αφού, σύμφωνα με το Ν. 3874/2010 (ΦΕΚ Α 151/6.9.2010), στις αγροτικές δραστηριότητες εντάσσεται και η διαχείριση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Μια παράλογη απαγόρευση και μια πρόταση

Με το Ν.4015/2011 απαγορεύεται πλέον η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε γαίες υψηλές παραγωγικότητας. Όλες όμως οι αρδευόμενες εκτάσεις θεωρούνται γαίες υψηλής παραγωγικότητας, οπότε η εγκατάσταση φωτοβολταϊκού από επαγγελματία αγρότη για να καλύψει τη ζήτηση μιας αντλίας στο χωράφι του ή από έναν ΓΟΕΒ ή ΤΟΕΒ για τις ανάγκες ενός αντλιοστασίου είναι πρακτικά αδύνατη. Μοναδική λύση για τους αγρότες είναι η εφαρμογή της εικονικής αυτοπαραγωγής, η οποία όμως προϋποθέτει ύπαρξη άλλου γηπέδου όπου μπορεί να εγκατασταθεί φωτοβολταϊκό, με αυξημένο φυσικά κόστος και μειωμένο όφελος για τους αγρότες. Για όλους τους άλλους (μη κατ’ επάγγελμα αγρότες) στις περιοχές αυτές η απαγόρευση είναι απόλυτη.

Μήπως όμως τα φωτοβολταϊκά στερούν αγροτική γη που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για καλλιέργεια τροφίμων; Όσο εύλογο κι αν ακούγεται αυτό το ερώτημα, η πραγματικότητα δείχνει μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Η γεωργική έκταση που μένει ακαλλιέργητη είναι 125,5 φορές μεγαλύτερη από την έκταση που δεσμεύουν όλα τα φωτοβολταϊκά που έχουν  εγκατασταθεί στη χώρα μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η γεωργική γη στην Ελλάδα ανέρχεται σε 36,8 εκατ. στρέμματα, εκ των οποίων καλλιεργούνται τα 31,7 εκατ. στρέμματα. Αυτό σημαίνει ότι τα εγκατεστημένα σήμερα φωτοβολταϊκά δεσμεύουν το 0,1% της γεωργικής γης ή αλλιώς το 0,03% της έκτασης της χώρας.

Για να κατανοήσει κανείς τον παραλογισμό που ισχύει σήμερα, υπάρχει περίπτωση αγρότη που κατασκεύασε φωτοβολταϊκό σταθμό πριν από λίγα χρόνια, κάνοντας χρήση του Ν.3851/2010 σύμφωνα με τον οποίο η συνολική έκταση που θα καταλαμβάνουν τα φωτοβολταϊκά που εγκαθίστανται σε γαίες υψηλής παραγωγικότητας δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 1% του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων του συγκεκριμένου νομού. Σήμερα, στο ίδιο χωράφι θέλει να εγκαταστήσει ένα επιπλέον μικρό φωτοβολταϊκό αυτοπαραγωγής, αλλά με βάση την ισχύουσα νομοθεσία το χωράφι θεωρείται υψηλής παραγωγικότητας και απαγορεύεται!

Προτείνουμε λοιπόν να επανέλθει το παλαιό καθεστώς του Ν.3851/2010, σύμφωνα με το οποίο η συνολική έκταση που θα καταλαμβάνουν τα φωτοβολταϊκά που εγκαθίστανται σε γαίες υψηλής παραγωγικότητας δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 1% του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων της συγκεκριμένης Περιφερειακής Ενότητας. Συγκεκριμένα, προτείνεται η παρακάτω διατύπωση:

“Επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς σε αγροτεμάχια που χαρακτηρίζονται ως αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας. Στην περίπτωση αυτή, νέες προσφορές σύνδεσης  χορηγούνται μόνον αν οι προς υλοποίηση φωτοβολταϊκοί σταθμοί για τους οποίους έχουν ήδη εκδοθεί δεσμευτικές προσφορές σύνδεσης από τον αρμόδιο Διαχειριστή συν οι ήδη εγκατεστημένοι σταθμοί επί εδάφους καλύπτουν εδαφικές εκτάσεις που δεν υπερβαίνουν το 1% του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων της συγκεκριμένης Περιφερειακής Ενότητας. Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου χρησιμοποιούνται τα πιο πρόσφατα κατά περίπτωση στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Για τον υπολογισμό της κάλυψης λαμβάνεται υπόψη η οριζόντια προβολή επί του εδάφους των φωτοβολταϊκών στοιχείων”.

Ένα επείγον θέμα

Η ρύθμιση αυτή αποκτά ένα επείγοντα χαρακτήρα και για ένα επιπλέον λόγο. Ως γνωστόν οι διαδικασίες της περιβαλλοντικής αδειοδότησης προβλέπουν έκδοση ΑΕΠΟ για μία δεκαετία και στη συνέχεια ανανέωση της ΑΕΠΟ. Ήδη τα παλαιότερα έργα φωτοβολταϊκών βρίσκονται σε διαδικασία ανανέωσης της ΑΕΠΟ για μια ακόμη δεκαετία, δεδομένου ότι οι συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που έχουν συνάψει έχουν 20ετή διάρκεια. Κάποιες διευθύνσεις αγροτικής οικονομίας όμως αρνούνται να δώσουν την έγκρισή τους για την ανανέωση με δικαιολογία την απαγόρευση που ισχύει για εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας (ενώ τα έργα αυτά είχαν ήδη ΑΕΠΟ και λειτουργούν επί σειρά ετών!). Η στάση αυτή απειλεί να ακυρώσει υφιστάμενες επενδύσεις εκατοντάδων μεγαβάτ μόλις φτάσουν και αυτές στο στάδιο της ανανέωσης των περιβαλλοντικών όρων.

Συγκεκριμένα, κάποιες διευθύνσεις ισχυρίζονται ότι, ενώ βάσει του άρθρου 56§6 του Ν.2637/1998 (που έχει αντικατασταθεί από το Ν.2945/2001 και εν συνεχεία από το Ν.3851/2010) προβλέπεται η δυνατότητα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς σε αγροτεμάχια που χαρακτηρίζονται ως γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας, οπότε στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται η έκδοση άδειας αν οι σταθμοί αυτοί καλύπτουν εκτάσεις που δεν υπερβαίνουν το 1% του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων του συγκεκριμένου νομού, ωστόσο προβλέπεται από το άρθρο 21 του Ν.4015/2011 ότι η συγκεκριμένη διάταξη θα τεθεί σε ισχύ 10 μέρες μετά από την δημοσίευση ΦΕΚ με ΚΥΑ βάσει του άρθρου 56§2 του Ν.2637/1998, όπως ισχύει, και η οποία θα καθορίζει τα γεωγραφικά όρια των αγροτεμαχίων υψηλής παραγωγικότητας. Προς το παρόν δεν έχει εκδοθεί ΚΥΑ για τα γεωγραφικά όρια και άρα αδυνατούν να προχωρήσουν σε εγκρίσεις ανανέωσης των περιβαλλοντικών όρων.

Με βάση το Ν.4414/2016, στόχος της Πολιτείας είναι: η αξιοποίηση του εγχώριου δυναμικού ηλεκτροπαραγωγής από Α.Π.Ε., κατά προτεραιότητα, με στόχο την προστασία του περιβάλλοντος, τη διαφοροποίηση του εθνικού ενεργειακού μίγματος, την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και την ενίσχυση και ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας… στο πλαίσιο της ενιαίας πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, και την επίτευξη του στόχου συμμετοχής των Α.Π.Ε. στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας”. Είναι σαφές ότι μία “προτεραιότητα” πρέπει να διευκολύνεται, τη στιγμή μάλιστα που εξυπηρετεί το δημόσιο και κοινωνικό συμφέρον.


Άρθρο του Στέλιου Ψωμά: συμβούλου σε θέματα ενέργειας και περιβάλλοντος

 Δημοσιεύτηκε στο