Νέες τροπολογίες για φωτοβολταϊκά

Νέες τροπολογίες για φωτοβολταϊκά περιλαμβάνει ο νόμος για τη γεωθερμία που ψηφίστηκε από τη Βουλή. Οι τροπολογίες (άρθρα 68-74) αφορούν στα εξής:

1. Αριθμός έργων που μπορεί να αναπτύξει κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο εκτός διαγωνιστικών διαδικασιών.

2. Αποζημίωση έργων εκτός ανταγωνιστικών διαδικασιών.

3. Παράταση του χρόνου πληρωμής του 90% της Τιμής Αναφοράς για τα έργα του Πιλοτικού Διαγωνισμού.

Μπορείτε να δείτε το ΦΕΚ εδώ.

Ενοποίηση κατηγοριών στους διαγωνισμούς φωτοβολταϊκών

Με σχετική υπουργική απόφαση, ενοποιούνται οι δύο διακριτές μέχρι σήμερα κατηγορίες στις ανταγωνιστικές διαδικασίες που αφορούν τα φωτοβολταϊκά. Εφεξής θα υπάρχει μία κατηγορία με έργα ισχύος 500 kWp έως 20 MWp. Τα έργα μεγαλύτερης ισχύος (>20 MWp) θα συμμετέχουν στους κοινούς διαγωνισμούς φωτοβολταϊκών-αιολικών, ενώ τα μικρότερης ισχύος θα αμείβονται με βάση τα αποτελέσματα προηγούμενων διαγωνισμών ή -εάν το επιθυμούν- μπορούν να συμμετάσχουν εθελοντικά στην ενιαία πια κατηγορία διαγωνισμών.

Δείτε εδώ το σχετικό ΦΕΚ.

Δημοσιεύτηκαν σε ΦΕΚ οι νέες ρυθμίσεις για αυτοπαραγωγή και αποθήκευση

Δημοσιεύτηκαν σε ΦΕΚ οι νέες ρυθμίσεις για αυτοπαραγωγή και αποθήκευση. Με τις νέες ρυθμίσεις προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:

  • Αυξάνεται το όριο ισχύος συστημάτων αυτοπαραγωγής με ενεργειακό συμψηφισμό στο 1 MWp (από 500 kWp που ίσχυε ως τώρα).
  • Αυξάνεται το όριο στα μη διασυνδεδεμένα νησιά.
  • Αυξάνεται η επιτρεπόμενη ισχύς στα συστήματα που συνδέονται στη Μέση Τάση.
  • Είναι εφικτός ο συνδυασμός συστημάτων σε διαφορετικά επίπεδα τάσης.
  • Ανοίγει ο δρόμος για την εγκατάσταση συστημάτων αποθήκευσης έως 30 kVA σε συνδυασμό με συστήματα αυτοπαραγωγής.

Μπορείτε να δείτε το ΦΕΚ εδώ.

Ο ΣΕΦ προτείνει ριζικές θεσμικές αλλαγές για τα φωτοβολταϊκά

Στις 20.2.2019 πραγματοποιήθηκε η δεύτερη συνεδρίαση του Forum Ενέργειας του ΕΒΕΑ με την παρουσία του υπουργού Ενέργειας κ. Σταθάκη στην οποία συμμετείχε και ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιριών Φωτοβολταϊκών Δρ. Σωτήρης Καπέλλος. Αντικείμενο της συζήτησης ήταν οι απαραίτητες αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο που διέπει τις ΑΠΕ προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού.

Μετά από μία δεκαετία εφαρμογής του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου αδειοδότησης φωτοβολταϊκών συστημάτων κι ενώ έχει ήδη διαμορφωθεί ένα νέο θεσμικό πλαίσιο υποστήριξης των ΑΠΕ σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, καθίσταται επιτακτική η τροποποίηση ορισμένων από τις ισχύουσες σήμερα ρυθμίσεις, προκειμένου να απλοποιηθούν οι διαδικασίες, να καταπολεμηθεί η γραφειοκρατία και να επιταχυνθεί η ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών και των άλλων καθαρών πηγών ενέργειας.

Τους τελευταίους μήνες, υπάρχει ένα νέο μεγάλο κύμα αιτήσεων προς τη ΡΑΕ για έκδοση Άδειας Παραγωγής και η ίδια η ρυθμιστική αρχή θεωρεί πλέον ως “επιτακτική ανάγκη την απλοποίηση των διαδικασιών”.

Ο Σύνδεσμος Εταιριών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ), έχοντας συμβάλει τα μέγιστα στο παρελθόν στη διαμόρφωση του σχετικού θεσμικού πλαισίου, καταθέτει σειρά προτάσεων για τη συγκρότηση ενός σύγχρονου, απλού και αποτελεσματικού ρυθμιστικού πλαισίου αδειοδότησης των φωτοβολταϊκών.

Επιγραμματικά, οι προτάσεις μας αφορούν στα εξής:

  1. Κατάργηση των Αδειών Παραγωγής, Εγκατάστασης και Λειτουργίας για τα φωτοβολταϊκά και πρόταση ενός νέου σχήματος αδειοδότησης, εποπτείας και ελέγχου των επενδύσεων.
  2. Αποσαφήνιση θεμάτων χωροθέτησης φωτοβολταϊκών σταθμών.
  3. Εγκατάσταση, υπό προϋποθέσεις, φωτοβολταϊκών σε ένα μικρό ποσοστό της γεωργικής γης.
  4. Βελτίωση του καθεστώτος αυτοπαραγωγής.
  5. Προώθηση της αποθήκευσης ενέργειας και άρση των σημερινών εμποδίων.
  6. Πολεοδομικές ρυθμίσεις για φωτοβολταϊκά

Δείτε εδώ αναλυτικά τις προτάσεις του ΣΕΦ.

Οι θέσεις του ΣΕΦ στη Δημόσια Διαβούλευση της ΡΑΕ σχετικά με τη διενέργεια κοινών ανταγωνιστικών διαδικασιών σε έργα ΑΠΕ

Ο Σύνδεσμος Εταιριών Φωτοβολταϊκών σημειώνει τα εξής κρίσιμα θέματα που αφορούν την κοινή ανταγωνιστική διαδικασία έργων ΑΠΕ:

  1. Είναι σαφές ότι ο κοινός διαγωνισμός διαφέρει από τους προηγούμενους κατά το ότι αφορά μεγάλα έργα και σχετικά λίγους συμμετέχοντες. Απαιτείται λοιπόν ιδιαίτερη προσοχή διότι η εφαρμογή κάποιων κανόνων που ίσχυσαν σε προηγούμενες δημοπρασίες μπορεί να ακυρώσει έργα μεγάλης ισχύος ή/και να επιβαρύνει αναίτια τους καταναλωτές και μάλιστα με αρκετές δεκάδες εκατομμύρια σε βάθος 20ετίας (που είναι ο χρόνος ισχύος των σχετικών συμβάσεων).
  1. Τέτοιος κανόνας είναι, για παράδειγμα, αυτό που ονομάζουμε “το μικρό ψάρι τρώει το μεγάλο” ή όπως το διατυπώνει η ΡΑΕ: “Αν δύο προσφορές έχουν ίδια παράμετρο τιμής, τότε “καλύτερη” είναι αυτή, της οποίας ο σταθμός έχει την μικρότερη εγκατεστημένη ισχύ (παράμετρος ποσότητας)… Με τη λήξη της δημοπρασίας, οι προσωρινές δεσμεύσεις γίνονται οριστικές και “κλειδώνουν” στους αντίστοιχους Συμμετέχοντες με βάση την τελική λίστα προτεραιότητας “καλύτερης προσφοράς” (δηλαδή παράμετρος τιμής, παράμετρος ποσότητας και παράμετρος χρόνου). Επισημαίνεται ότι στη διαδικασία των διαδοχικών δεσμεύσεων, αν η εγκατεστημένη ισχύς μίας προσφοράς είναι μεγαλύτερη από την εναπομείνασα ποσότητα, (είτε στη διάρκεια της δημοπρασίας με τις προσωρινές δεσμεύσεις, είτε στο κλείσιμο με την οριστικοποίηση) η προσφορά δεν εξυπηρετείται καθόλου και το σύστημα προχωρά στην επόμενη προσφορά προς εξυπηρέτηση….. δεν είναι δυνατή η υπερκάλυψη της δημοπρατούμενης ισχύος”.

Επειδή η κοινή ανταγωνιστική διαδικασία αφορά έργα μεγάλης ισχύος (και είναι κοινό μυστικό ότι μιλάμε για χαρτοφυλάκια της τάξης των 200 MW έκαστο), υπάρχει ο κίνδυνος με την εφαρμογή του ως άνω κανόνα να προκριθούν λίγα μικρά σχετικά έργα τα οποία θα αφήσουν εκτός κάποια μεγάλα έργα ακόμη κι αν τα τελευταία έχουν προσφέρει σημαντικά χαμηλότερη τιμή. Λόγω της κλίμακας των έργων, σε μια τέτοια περίπτωση, η επιβάρυνση των καταναλωτών σε βάθος 20ετίας μπορεί να ανέλθει σε δεκάδες εκατομμύρια, κάτι που φυσικά δεν αποτελεί επιδίωξη των ανταγωνιστικών διαδικασιών.

  1. Επειδή με την εφαρμογή του ως άνω κανόνα υπάρχει κίνδυνος να μη καλυφθεί η δημοπρατούμενη ισχύς, θεωρούμε σκόπιμο σε μια τέτοια περίπτωση να εφαρμοστεί η πρόνοια της υπουργικής απόφασης Αριθμ. ΑΠΕΕΚ/Α/Φ1/οικ.172859, ΦΕΚ 1267Β΄/ 10.4.2018, η οποία αναφέρει τα εξής:

“Στην περίπτωση που η δημοπρατούμενη ισχύς μιας ανταγωνιστικής διαδικασίας δεν καλύπτεται, είναι δυνατή η υπερκάλυψη αυτής με την επιλογή του αμέσως επόμενου, στη σειρά κατάταξης με βάση την τιμή προσφοράς στην ανταγωνιστική διαδικασία, σταθμού ή συγκροτήματος σταθμών”.

  1. Επειδή στον επικείμενο κοινό διαγωνισμό θα συμμετέχουν, όπως είναι γνωστό, μεγάλα χαρτοφυλάκια που ξεπερνούν την προτεινόμενη δημοπρατούμενη ισχύ, ενώ είναι ακόμη άγνωστο πόσα έργα θα έχουν ωριμάσει αδειοδοτικά για τον αντίστοιχο διαγωνισμό του 2020, θα ήταν σκόπιμο να μεταφερθεί ισχύς του επόμενου έτους στον επικείμενο διαγωνισμό, κάτι αντίστοιχο δηλαδή με αυτό που συνέβη πρόσφατα στην περίπτωση των αιολικών. Κάτι τέτοιο προβλέπεται άλλωστε από σχετική ΥΑ (σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 2 της υπ’ αριθμ. ΑΠΕΕΚ/Α/Φ1/οικ.10 172859/22.03.2018 ΥΑ, όπως ισχύει, “Η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας δύναται, για κάθε είδος ανταγωνιστικής διαδικασίας υποβολής προσφορών, να διαθέτει προς δημοπράτηση, σε κάθε έτος, έως το 1/3 της δημοπρατούμενης ισχύος του επόμενου έτους“. Συγκεκριμένα, προτείνουμε η δημοπρατούμενη ισχύς να ανέλθει από τα 400 MW στα 500 MW και το επίπεδο ανταγωνισμού να μειωθεί από το 75% σε 40%. Και στις δύο περιπτώσεις δηλαδή, να απαιτείται η συμμετοχή τουλάχιστον 700 MW στον κοινό διαγωνισμό.
  1. Ένα ιδιαίτερα σοβαρό θέμα είναι αυτό των κυρώσεων σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών που τίθενται για την ηλέκτριση των επιτυχόντων έργων. Συγκεκριμένα, το σχέδιο προκήρυξης προβλέπει τα εξής:

“Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθεί η ενεργοποίηση της σύνδεσης του σταθμού των Επιλεγέντων Κατόχων σταθμών ΑΠΕ εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας (Πίνακας 1) ή των τυχόν παρατάσεων αυτής λόγω δικαστικής αναστολής:

α). οι εν λόγω εγκαταστάσεις ΑΠΕ απεντάσσονται από το καθεστώς στήριξης με τη μορφή Λειτουργικής Ενίσχυσης,

β). καταπίπτουν στο σύνολό τους οι Εγγυητικές Επιστολές, που έχουν κατατεθεί για την εξασφάλιση της καλής εκτέλεσης του έργου, υπέρ του Υπολογαριασμού Ενισχύσεων του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ του Διασυνδεδεμένου Συστήματος και Δικτύου του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 143 του ν. 4001/2011 (Α’ 179), σύμφωνα με τα οριζόμενα της παρούσας Προκήρυξης,

γ). εκκινούν οι διαδικασίες εξέτασης των λόγων καθυστέρησης, προκειμένου για την ανάκληση της άδειας παραγωγής, σύμφωνα με τα σχετικώς οριζόμενα στο άρθρ. 42 του Κανονισμού Αδειών Παραγωγής από Μονάδες ΑΠΕ και ΣΥΘΥΑ (ΦΕΚ Β’ 2373/2011)”.

Επειδή στον κοινό διαγωνισμό συμμετέχουν έργα και χαρτοφυλάκια εκατοντάδων MW με προϋπολογισμούς δεκάδων ή και εκατοντάδων εκατομμυρίων και εγγυητικές επιστολές πολλών εκατομμυρίων ευρώ, δεν είναι ρεαλιστικό να υπάρχει “ξαφνικός θάνατος” του επενδυτή επειδή για κάποιο λόγο (που συχνά δεν οφείλεται στον ίδιο) υπήρξε μια μικρή καθυστέρηση. Για το λόγο αυτό, προτείνουμε να ισχύσει ότι και στη Γερμανία σε αντίστοιχες περιπτώσεις, δηλαδή το εξής:

Α. Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθεί η ενεργοποίηση της σύνδεσης του σταθμού των Επιλεγέντων Κατόχων σταθμών ΑΠΕ εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας (Πίνακας 1) ή των τυχόν παρατάσεων αυτής λόγω δικαστικής αναστολής, καταπίπτουν σε ποσοστό 25% οι Εγγυητικές Επιστολές, που έχουν κατατεθεί για την εξασφάλιση της καλής εκτέλεσης του έργου, υπέρ του Υπολογαριασμού Ενισχύσεων του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ του Διασυνδεδεμένου Συστήματος και Δικτύου του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 143 του ν. 4001/2011 (Α’ 179), σύμφωνα με τα οριζόμενα της παρούσας Προκήρυξης. 

Β. Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθεί η ενεργοποίηση της σύνδεσης του σταθμού των Επιλεγέντων Κατόχων σταθμών ΑΠΕ εντός τριών (3) μηνών από την προβλεπόμενη προθεσμία (Πίνακας 1) ή των τυχόν παρατάσεων αυτής λόγω δικαστικής αναστολής, καταπίπτουν σε ποσοστό 50% οι Εγγυητικές Επιστολές, που έχουν κατατεθεί για την εξασφάλιση της καλής εκτέλεσης του έργου, υπέρ του Υπολογαριασμού Ενισχύσεων του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ του Διασυνδεδεμένου Συστήματος και Δικτύου του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 143 του ν. 4001/2011 (Α’ 179), σύμφωνα με τα οριζόμενα της παρούσας Προκήρυξης. 

“Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθεί η ενεργοποίηση της σύνδεσης του σταθμού των Επιλεγέντων Κατόχων σταθμών ΑΠΕ εντός έξι (6) μηνών από την προβλεπόμενη προθεσμία (Πίνακας 1) ή των τυχόν παρατάσεων αυτής λόγω δικαστικής αναστολής:

α). οι εν λόγω εγκαταστάσεις ΑΠΕ απεντάσσονται από το καθεστώς στήριξης με τη μορφή Λειτουργικής Ενίσχυσης,

β). καταπίπτουν στο σύνολό τους οι Εγγυητικές Επιστολές, που έχουν κατατεθεί για την εξασφάλιση της καλής εκτέλεσης του έργου, υπέρ του Υπολογαριασμού Ενισχύσεων του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ του Διασυνδεδεμένου Συστήματος και Δικτύου του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 143 του ν. 4001/2011 (Α’ 179), σύμφωνα με τα οριζόμενα της παρούσας Προκήρυξης,

γ). εκκινούν οι διαδικασίες εξέτασης των λόγων καθυστέρησης, προκειμένου για την ανάκληση της άδειας παραγωγής, σύμφωνα με τα σχετικώς οριζόμενα στο άρθρ. 42 του Κανονισμού Αδειών Παραγωγής από Μονάδες ΑΠΕ και ΣΥΘΥΑ (ΦΕΚ Β’ 2373/2011)”.  

  1. Σημειώνουμε τέλος ότι ενώ η ΡΑΕ ακύρωσε τον τελευταίο διαγωνισμό της Κατηγορίας ΙΙ με τη δικαιολογία ότι δεν υποβλήθηκε καμία προσφορά για κάποια έργα και αυτό το θεώρησε στρέβλωση του ανταγωνισμού (παρόλο που αποτελεί δικαίωμα του κάθε διαγωνιζόμενου να υποβάλει ή να μην υποβάλει προσφορά), δεν κάνει καμία μνεία ή διευκρίνιση στο σχέδιο προκήρυξης για αυτό το θέμα (και δεν εννοούμε την επιβολή αναίτιων και άσκοπων περιορισμών). Μια δεύτερη ακύρωση διαγωνισμού για τον ίδιο λόγο θα αποτελούσε φυσικά παταγώδη αποτυχία του όλου εγχειρήματος.

Προσωρινά στατιστικά στοιχεία αγοράς φωτοβολταϊκών για το 2018

Το 2018 ολοκληρώθηκε η εγκατάσταση όλων των φωτοβολταϊκών σταθμών που προκρίθηκαν από τον πιλοτικό διαγωνισμό του Δεκεμβρίου 2016, ενώ η αγορά των συστημάτων αυτοπαραγωγής παρουσίασε μια αύξηση 11% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, παραμένοντας σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα του δυναμικού της χώρας. Για ακόμη μια χρονιά, τα φωτοβολταϊκά κάλυψαν περίπου το 7% των αναγκών της χώρας σε ηλεκτρική ενέργεια, φέρνοντας την Ελλάδα στην τέταρτη θέση διεθνώς (μετά από Ονδούρα, Ιταλία και Γερμανία) σε ότι αφορά στη συμβολή των φωτοβολταϊκών στη συνολική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας.

Δείτε εδώ τα αναλυτικά στοιχεία.

Η έλλειψη ανταγωνισμού είναι πρωτίστως απόρροια της απουσίας ώριμων αδειοδοτικά έργων λόγω γραφειοκρατίας

Ο Σύνδεσμος Εταιριών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ) θεωρεί ότι η απόφαση της ΡΑΕ (14/12/2018) με την οποία ματαιώνει την ανταγωνιστική διαδικασία για την Κατηγορία ΙΙ των φωτοβολταϊκών, “για λόγους δημοσίου συμφέροντος” όπως διατείνεται, δημιουργεί ιδιαιτέρως αρνητικό προηγούμενο και μεγάλο σκεπτικισμό στους υποψήφιους συμμετέχοντες στις επόμενες δημοπρασίες και οδηγεί στη μη επίτευξη των στόχων για τις ΑΠΕ του 2020, πόσο μάλλον όταν πρόσφατα έχουν τεθεί νέοι πολύ φιλόδοξοι στόχοι με την νέα ευρωπαϊκή Οδηγία για την διείσδυση των ΑΠΕ μέχρι το 2030.

Η απόφαση αυτή τιμωρεί αδίκως όλους εκείνους που, ακολουθώντας κατά γράμμα τους κανόνες που έθεσε η ΡΑΕ, κατακύρωσαν τιμή στον διαγωνισμό, χωρίς χειραγώγηση ή καταστρατήγηση των όρων του διαγωνισμού και τους υποχρεώνει να συμμετάσχουν και πάλι σε ένα νέο διαγωνισμό, έχοντας εν τω μεταξύ “ανοίξει τα χαρτιά τους” κάποιοι από αυτούς για το πόσο χαμηλά μπορούν να ρίξουν τις προσφορές τους. Αυτό ακυρώνει στην πράξη κάθε εχέγγυο για δίκαιο διαγωνισμό, αφού η ΡΑΕ δημοσιοποίησε τα στοιχεία, με αποτέλεσμα να οδηγεί σε στρέβλωση  τους όρους του επόμενου διαγωνισμού. Είναι απορίας άξιο, αφού η ΡΑΕ είχε αποφασίσει να ματαιώσει τον διαγωνισμό όσον αφορά την Κατηγορία ΙΙ, ποια λογική εξυπηρετούσε η δημοσιοποίηση των συμμετεχόντων και των προσφορών τους στην απόφασή της, για τους οποίους δεν είχε να προσάψει τι.

Το πραγματικό πρόβλημα που υπάρχει, είναι ότι η ΡΑΕ προσπαθεί να δημιουργήσει τεχνηέντως ανταγωνισμό, θεσπίζοντας “ειδικούς” περιοριστικούς κανόνες, που όμως δεν δουλεύουν στην πράξη, ενώ η ουσία έγκειται στην απουσία επαρκών ώριμων αδειοδοτικά έργων. Αν υπήρχαν αρκετά ώριμα έργα, θα είχαμε και περισσότερο ανταγωνισμό και δεν θα χρειαζόταν να θεσμοθετούνται κανόνες που δεν λειτουργούν στην πράξη. Αντί λοιπόν να συμβαίνουν τέτοια περιστατικά, ας επικεντρωθεί η ΡΑΕ στην απλοποίηση και επιτάχυνση των διαδικασιών ώστε να εφαρμόζεται η νομοθεσία που ορίζει ρητά πως η άδεια παραγωγής θα πρέπει να εκδίδεται το πολύ εντός τριμήνου (και όχι με καθυστέρηση ενός τουλάχιστον έτους όπως συμβαίνει σήμερα).

Η ματαίωση του διαγωνισμού στέλνει το χειρότερο μήνυμα στην αγορά, την ώρα μάλιστα που, για πρώτη φορά, έχουμε την εκδήλωση έντονου επενδυτικού ενδιαφέροντος από μεγάλους ομίλους του εξωτερικού.

Να τονίσουμε εδώ ότι από την εκκίνηση των διαγωνιστικών διαδικασιών, οι σχετικές αποφάσεις της ΡΑΕ δεν έχουν ως κριτήριο την εμπροσθοβαρή ανάπτυξη έργων φωτοβολταϊκών, προβάλλοντας πάντα ως μοναδικό κριτήριο τις χαμηλότερες τιμές. Η πρακτική αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη φιλοσοφία του ενεργειακού σχεδιασμού της χώρας ο οποίος θέτει ως μέγιστη προτεραιότητα την ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ προκειμένου να αντιμετωπιστεί η καταστροφική κλιματική αλλαγή. Προφανώς είναι ευκταίο η ανάπτυξη αυτή να συμβεί με τη μικρότερη δυνατή επιβάρυνση για τους καταναλωτές. Κανείς όμως δεν μπορεί να κατηγορήσει τα φωτοβολταϊκά ότι δεν συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση, αφού είναι, και με διαφορά μάλιστα, η τεχνολογία το κόστος της οποίας έπεσε τόσο δραστικά τα τελευταία χρόνια (μείωση 85% την τελευταία δεκαετία). Με τον σχεδιασμό και τις ενέργειες της ΡΑΕ, θα έχουν εγκατασταθεί μόλις 400 MW φωτοβολταϊκών ως τα τέλη του 2020, όταν το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα προβλέπει 60% παραπάνω. Και φυσικά δεν μπορεί να μην έχει ακούσει η ΡΑΕ τη δραματική έκκληση της επιστημονικής κοινότητας για τον λίγο χρόνο που μας απομένει για να αποτρέψουμε μια μη αναστρέψιμη κλιματική αποσταθεροποίηση. Όταν καίγεται το σπίτι σου, δεν είναι πρώτη προτεραιότητα να πετύχεις απλώς τις χαμηλότερες τιμές, αδιαφορώντας για τις άλλες στρατηγικές επιλογές της χώρας.

Ενόψει των ανωτέρω, θα πρέπει όλοι να έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους ότι η ταχεία διείσδυση των ΑΠΕ στη χώρα μας εξυπηρετεί και αυτή με την σειρά της το δημόσιο συμφέρον και μάλιστα όχι πρόσκαιρα αλλά σε μακροχρόνια βάση.

Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα – Οι θέσεις του ΣΕΦ

Ο Σύνδεσμος Εταιριών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ) καλωσορίζει τη νέα προσπάθεια χάραξης μακροχρόνιας ενεργειακής πολιτικής, αν και στο παρελθόν αντίστοιχες προσπάθειες έπεσαν στο κενό, αποτυγχάνοντας να αφουγκραστούν την πραγματικότητα της ενεργειακής αγοράς και να προβλέψουν επιτυχώς τις εξελίξεις.

Εκτιμώντας λοιπόν την προσπάθεια που καταβλήθηκε, ξεκινάμε από τα θετικά του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ).

Τα θετικά σημεία

1. Όπως αναφέρει το ΕΣΕΚ, “οι εθνικοί στόχοι για την επόμενη δεκαετία, όπως αυτοί διερευνώνται αναλυτικά σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, έως το έτος 2030, είναι ενταγμένοι σε μία φιλόδοξη μακροπρόθεσμη στρατηγική η οποία στοχεύει να ελαχιστοποιήσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έως το έτος Για το λόγο αυτό η διάσταση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου αποτελεί και την πρώτη και σημαντικότερη παράμετρο της δομής του ΕΣΕΚ”.

H θετική αυτή επισήμανση θα πρέπει να αντανακλάται βέβαια σε όλες τις αποφάσεις της   διοίκησης, οι οποίες συχνά αντιστρατεύονται τον παραπάνω στόχο και θέτουν αναίτια εμπόδια στην ανάπτυξη των ΑΠΕ.

2. Στο ΕΣΕΚ διαπιστώνεται η δραστική μείωση του κόστους ορισμένων τεχνολογιών ΑΠΕ και συνομολογείται ότι η ανάπτυξη νέων έργων ΑΠΕ (και ειδικότερα των φωτοβολταϊκών και των αιολικών) ικανοποιεί το κριτήριο της απομείωσης της όποιας επιβάρυνσης των καταναλωτών. Πράγματι, σήμερα οι νέοι φωτοβολταϊκοί και αιολικοί σταθμοί αποτελούν τη φθηνότερη ενεργειακή επιλογή, έχοντας αφήσει πίσω τις συμβατικές θερμικές μονάδες.

3. Τίθεται για πρώτη φορά ποσοτικός στόχος για τις Ενεργειακές Κοινότητες (υλοποίηση συμμετοχικών έργων ΑΠΕ άνω των 500 MW μέχρι το έτος 2030).

4. Ο προβλεπόμενος εξηλεκτρισμός διαφόρων χρήσεων (ηλεκτροκίνηση, αντικατάσταση καυστήρων πετρελαίου με αντλίες θερμότητας), ως στρατηγικός στόχος πλέον, θα συμβάλλει στην περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ και ιδίως των φωτοβολταϊκών. Το ΕΣΕΚ παρουσίασε ένα πιο φιλόδοξο οδικό χάρτη ανάπτυξης της ηλεκτροκίνησης σε σχέση με τον αναιμικό και εξωπραγματικά χαμηλό στόχο που υπήρχε μέχρι σήμερα.

5. Όπως αναφέρει το ΕΣΕΚ, “η ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου πλαισίου αναφορικά με τη χωροθέτηση εγκαταστάσεων ΑΠΕ με εφαρμογή στο σύνολο της επικράτειας με ξεκάθαρους κανόνες, κριτήρια και περιορισμούς είναι κρίσιμη για την υψηλότερη διείσδυση ΑΠΕ στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Ταυτόχρονα, η συνολική αναμόρφωση του αδειοδοτικού πλαισίου λαμβάνοντας υπόψη το νέο καθεστώς λειτουργικής ενίσχυσης και τις απαιτήσεις της νέας οδηγίας είναι επιτακτική, ενώ πληθώρα διατάξεων δύνανται να προσαρμοστούν στο αναμορφωμένο αδειοδοτικό πλαίσιο”.

Για πρώτη φορά γίνεται σαφής αποδοχή των θεμάτων που η αγορά φωτοβολταϊκών έχει θέσει επιτακτικά και αφορούν στην επικαιροποίηση και απλοποίηση των αδειοδοτικών διαδικασιών και στην επίλυση θεμάτων χωροθέτησης. Στο ΕΣΕΚ δεν γίνεται βέβαια καμία σαφής αναφορά σε συγκεκριμένα μέτρα και ως γνωστόν ο διάολος κρύβεται στις λεπτομέρειες. Την επόμενη διετία πάντως το θέμα αυτό αναμένεται να είναι το πλέον φλέγον για την ανάπτυξη των ΑΠΕ.

6. Μία από τις πρόνοιες του ΕΣΕΚ είναι πως η τελική κατανομή της ισχύος αυτών των έργων σε επίπεδο τεχνολογίας μπορεί να διαφοροποιηθεί έως το έτος 2030. Ως εκ τούτου, περισσότερο από όλα, η απαίτηση για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από τις ΑΠΕ πρέπει να αντιμετωπίζεται ως στόχος και να επαφίεται στον ανταγωνισμό μεταξύ των τεχνολογιών ΑΠΕ για το ποια έργα και ποια ισχύς τελικά θα συνεισφέρει προς αυτόν τον στόχο”.

Ικανοποιείται ένα αίτημα του ΣΕΦ  να είναι ευέλικτο το ΕΣΕΚ ως προς τους τρόπους υλοποίησής του και όχι ένα άτεγκτο κείμενο που δεν προσαρμόζεται στην εκάστοτε πραγματικότητα των αγορών.

7. “Θα συνεχίσει να υπάρχει ιδιαίτερη πρόνοια για τις εγκαταστάσεις μικρής εγκατεστημένης ισχύος όπου και θα εφαρμόζεται η λειτουργική ενίσχυση τύπου σταθερής τιμής. Στο πλαίσιο αυτό ήδη αναπτύσσεται ειδικός μηχανισμός και διαδικασία παρακολούθησης, ώστε να προσαρμόζεται η τιμή αναφοράς της εκάστοτε τεχνολογίας και κατηγορίας σταθμών ΑΠΕ για έργα που ακόμη δεν έχουν τεθεί σε λειτουργία, ανάλογα και με τις εξελίξεις στο χρηματοδοτικό κόστος, το κόστος ανάπτυξης και λειτουργίας των μονάδων αυτών”.

H ενίσχυση των μονάδων μικρής ισχύος αποτελεί πάγιο αίτημα της αγοράς και απαραίτητο όρο υγιούς ανάπτυξης του κλάδου. Χάρη στις μικρές αυτές εγκαταστάσεις μπορούμε να συντηρήσουμε περισσότερες θέσεις εργασίας και να διατηρήσουμε το υψηλό επίπεδο τεχνογνωσίας και δεξιοτήτων που έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια ο κλάδος των φωτοβολταϊκών.

Σημεία προς βελτίωση

1. Ενώ το ΕΣΕΚ θέτει ως πρωταρχικό στόχο της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής τη “βιώσιμη και αειφόρο ανάπτυξη του ενεργειακού τομέα από το στάδιο της παραγωγής έως την τελική χρήση, προστατεύοντας ταυτόχρονα το περιβάλλον και συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής”, εν τέλει δεν καταφέρνει να ικανοποιήσει στο σύνολό του αυτό τον στόχο.

Οι ποσοτικοί στόχοι που θέτει το ΕΣΕΚ δεν είναι συμβατοί ούτε με τη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα (βάσει της οποίας θα πρέπει να συγκρατήσουμε την αύξηση της μέσης θερμοκρασίας της επιφάνειας του πλανήτη κάτω από τον 1,5 οC σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα), ούτε καν με τους νέους Κοινοτικούς στόχους (μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 45% ως το 2030).

Είναι λοιπόν σαφές πως θα πρέπει να υπάρξει περαιτέρω προσπάθεια και πιο φιλόδοξοι ποσοτικοί στόχοι για να ικανοποιηθεί και στην πράξη ο υπέρτερος στόχος που είναι η αποτροπή της επικίνδυνης αποσταθεροποίησης του κλίματος της Γης, ενώ οι υπόλοιποι επιμέρους στόχοι (οικονομικοί, πολιτικοί, κοινωνικοί) θα πρέπει να προσαρμοστούν σε αυτή τη διεθνή προτεραιότητα.

2. Παρόλο που αναγνωρίζεται η ανάγκη και η σημασία της αποθήκευσης, καθαρά πολιτικοί λόγοι παραπέμπουν την ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης μετά το 2025. Οι πολιτικοί αυτοί λόγοι δεν είναι άλλοι από την ανάγκη να δικαιολογηθεί η λειτουργία λιγνιτικών μονάδων την περίοδο 2020-2040. Η αποθήκευση δεν χρειάζεται απλώς για να μειωθούν μελλοντικά οι τυχόν περικοπές στην εγχεόμενη ενέργεια από ΑΠΕ. Η γρηγορότερη ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης (ως στρατηγική επιλογή) θα καθιστούσε μη απαραίτητη τη συνέχιση της λειτουργίας λιγνιτικών σταθμών και θα έθετε επιπλέον περιορισμούς στη λειτουργία μονάδων φυσικού αερίου ήδη από τα επόμενα χρόνια. Σημειωτέον ότι ο στόχος για το 2030 (700 MW αποθήκευσης) είναι μόλις το 0,24% της εκτιμώμενης παγκόσμιας αγοράς το 2030. Προβλέψεις του Bloomberg New Energy Finance μάλιστα (Νοέμβριος 2018) εκτιμούν πως θα υπάρξει περαιτέρω μείωση κατά 52% του κόστους των συστημάτων αποθήκευσης την περίοδο 2018-2030.

Η εμπροσθοβαρής ανάπτυξη της αποθήκευσης, ήδη πριν το 2020, επιβάλλεται και από άλλους λόγους. Με την έναρξη λειτουργίας των αγορών που προβλέπει το Target Model, οι μονάδες ΑΠΕ θα πρέπει να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις τις συμβατικές μονάδες στην χονδρεμπορική αγορά. Η αποθήκευση βοηθά να διευρυνθεί το χρονικό φάσμα εντός του οποίου οι μονάδες ΑΠΕ θα μπορούν να υποβάλουν προσφορές, μειώνοντας το ρίσκο συμμετοχής τους στην αγορά. Σε ότι αφορά τις μικρές μονάδες αποθήκευσης (“πίσω από τον μετρητή”), πέραν της ευελιξίας και ασφάλειας που παρέχουν στον καταναλωτή-αυτοπαραγωγό, βοηθούν και στη διείσδυση των ευφυών κτιρίων και στην ανάπτυξη ευφυών δικτύων, κάτι που αποτελεί τόσο εθνικό όσο και κοινοτικό στόχο.

Στην κατεύθυνση αυτή ο ΣΕΦ υποστηρίζει την επιτάχυνση των όσων αναφέρει και το ίδιο το ΕΣΕΚ, ότι δηλαδή για τις μονάδες αποθήκευσης, τόσο κεντρικού όσο και αποκεντρωμένου τύπου, απαιτείται η ανάπτυξη ολοκληρωμένου κανονιστικού και ρυθμιστικού πλαισίου αναφορικά με τη λειτουργία τους στις αγορές ενέργειας και την ένταξή τους στα ηλεκτρικά δίκτυα”.

Εν κατακλείδι

Θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) ως ένα καλό Business As Usual σενάριο. Μόνο που είναι Business As Usual, όχι γιατί δεν οδηγεί σε ανάπτυξη των ΑΠΕ σε σχέση με την τρέχουσα κατάσταση, αλλά γιατί δεν ακολουθεί, μεταξύ άλλων, τους ρυθμούς των σχετικών αγορών. Κυρίως όμως δεν είναι συμβατό με το στόχο που έχει θέσει η Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα βάσει της οποίας θα πρέπει να συγκρατήσουμε την αύξηση της μέσης θερμοκρασίας της επιφάνειας του πλανήτη κάτω από τον 1,5 οC σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα.

Είναι σαφές ότι, όπως κάθε σχετικό κείμενο, το ΕΣΕΚ είναι προϊόν πολιτικών συμβιβασμών. Εν προκειμένω, η “ανάγκη” να εξυπηρετηθεί η λιγνιτική παραγωγή και να μη καταστούν άμεσα άχρηστες οι κατασκευαζόμενες νέες λιγνιτικές μονάδες, παραπέμπει στις καλένδες την ανάπτυξη της αποθήκευσης, αφήνοντας τη χώρα ουραγό στη νέα ξέφρενη κούρσα που έχει ξεκινήσει διεθνώς.

Χρειαζόμαστε κάτι περισσότερο από ένα Business As Usual σενάριο. Χρειαζόμαστε ένα σενάριο οραματικό αλλά τόσο απελπιστικά απαραίτητο. Χρειάζεται να πετύχουμε κάλυψη των ενεργειακών αναγκών μας αποκλειστικά με ΑΠΕ το συντομότερο δυνατόν. Η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) προειδοποιεί πως θα πρέπει να δράσουμε με τόλμη πριν κλείσει η επόμενη δεκαετία. Μετά, κάθε προσπάθεια θα είναι πολύ πιο επίπονη και ακριβή για να συγκρατήσουμε τη θερμοκρασία του πλανήτη σε ανεκτά όρια.

Τίθενται συνεπώς κάποια κρίσιμα ερωτήματα. Αν τεθούν πιο φιλόδοξοι στόχοι, θα μπορέσουν αυτοί να υλοποιηθούν; Υπάρχουν οι απαραίτητοι πόροι, ειδικά σε μια οικονομία καθημαγμένη που υπέφερε την τελευταία δεκαετία;

Η απάντηση είναι ευτυχώς καταφατική. Εν μέσω μιας πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης, την περίοδο 2010-2017 επενδύθηκαν σχεδόν 7,5 δις € στις ΑΠΕ. Με βάση το ΕΣΕΚ, ένα παραπλήσιο ποσό 8,5 δις € θα απαιτηθεί τα επόμενα 12 χρόνια για να επιτευχθούν οι προτεινόμενοι στόχοι. Προφανώς κάτι τέτοιο είναι απολύτως ρεαλιστικό, ιδίως μάλιστα αν συνυπολογίσει κανείς το ενδιαφέρον που υπάρχει από ξένους επενδυτές για μεγάλα έργα ΑΠΕ στην Ελλάδα.

Το 2010, με την απλοποίηση των διαδικασιών που επέφερε ο Ν.3851/2010, υπήρξε μια ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ και ιδιαίτερα των φωτοβολταϊκών. Αν καταφέραμε να επιταχύνουμε στο παρελθόν, μπορούμε να το κάνουμε και τώρα που οι συνθήκες είναι καλύτερες και πιο ώριμες.

Το πρόβλημα του παρελθόντος εστιαζόταν στο υψηλό κόστος ορισμένων τεχνολογιών, κάτι που πλέον δεν ισχύει (το κόστος επένδυσης σε φωτοβολταϊκά στην Ελλάδα έπεσε κατά 85% περίπου την τελευταία δεκαετία).

Παρόλα λοιπόν τα προβλήματα του παρελθόντος, αξίζει να εστιάσουμε στα επιτεύγματα πολιτικών που ευνοούν και δεν εμποδίζουν την ανάπτυξη των ΑΠΕ. Σήμερα (και παρόλο το πενταετές πάγωμα της αγοράς) τα φωτοβολταϊκά καλύπτουν το 7% των αναγκών της χώρας σε ηλεκτρική ενέργεια (τρίτη καλύτερη επίδοση στον κόσμο), ενώ η Ελλάδα βρίσκεται στην 5η θέση διεθνώς σε ότι αφορά την κατά κεφαλή εγκατεστημένη ισχύ φωτοβολταϊκών. Ταυτόχρονα, την περίοδο αιχμής της ανάπτυξης των φωτοβολταϊκών, ο κλάδος συντηρούσε 58.000 θέσεις εργασίας (άμεσες, έμμεσες και συνεπαγόμενες) ρίχνοντας το ποσοστό ανεργίας στη χώρα κατά μία ολόκληρη μονάδα.

Είναι σαφές πως μια φιλόδοξη και επιθετική πολιτική ανάπτυξης των φωτοβολταϊκών και των λοιπών ΑΠΕ (όπως και της εξοικονόμησης ενέργειας) θα έχει πολλαπλά οφέλη για το κλίμα, το περιβάλλον, την οικονομία και την απασχόληση. Και όπως πάντα, αυτό είναι ζήτημα βούλησης και γενναίων πολιτικών αποφάσεων.

Εθνικός Σχεδιασμός για την Ενέργεια και το Κλίμα

Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα έδωσε για δημόσια διαβούλευση το ΥΠΕΝ. Η διαβούλευση θα διαρκέσει μέχρι και την 3η Δεκεμβρίου 2018 και ώρα 15.00.

Μπορείτε να βρείτε το κείμενο του ενεργειακού σχεδιασμού εδώ

Ο παρακάτω πίνακας συνοψίζει την προτεινόμενη από το ΥΠΕΝ ισχύ διαφόρων τεχνολογιών ως το 2040.

Ηλεκτροπαραγωγή 2016 2020 2025 2030 2035 2040
Εγκατεστημένη Ισχύς [GW]
Στερεά Καύσιμα – Λιγνιτικά 4.3 3.4 3.5 2.7 1.5 1.3
Πετρελαϊκά 2.5 1.8 1.5 1.4 1.3 1.3
Φυσικό Αέριο 3.9 5.2 5.2 5.4 4.9 4.6
Βιοενέργεια 0.1 0.1 0.1 0.3 0.3 0.4
Υδροηλεκτρικά 3.4 3.4 3.7 3.9 3.9 4.0
Αιολικά 2.4 3.4 4.2 6.4 7.0 7.3
Φωτοβολταϊκά 2.6 3.3 5.5 6.9 7.5 8.1
Ηλιοθερμικοί σταθμοί 0.0 0.0 0.1 0.1 0.1 0.1
Γεωθερμία 0.0 0.0 0.0 0.1 0.2 0.3
Σύνολο 19.2 20.6 23.8 27.7 27.4 28.0
Νέα ισχύς συστημάτων αποθήκευσης 0.0 0.0 0.0 0.7 0.7 0.7

Το όφελος που έχει η ΔΕΗ χάρη στις ΑΠΕ και οι ανακρίβειες για τη «Χρέωση Προμηθευτών»

Οι φορείς των ΑΠΕ που υπογράφουν την παρούσα, συστηματικά υποστηρίζουμε την ανάγκη να
υπάρχει μια υγιής κι ακμαία ΔΕΗ, η οποία θα λειτουργεί ως βασικός πυλώνας του εγχώριου
ενεργειακού μας συστήματος.

Αδυνατούμε όμως, να κατανοήσουμε και πολύ περισσότερο να αποδεχθούμε το γεγονός ότι η
Διοίκηση της ΔΕΗ στην προσπάθεια της να μεταβιβάσει σε τρίτους ευθύνες που δεν τους
αναλογούν, επιχειρεί να ενοχοποιήσει και τελικώς κατασυκοφαντεί αδίκως τις ΑΠΕ. Μάλιστα αυτό
συμβαίνει τη στιγμή που η ίδια η Διοίκηση της ΔΕΗ θεωρεί τις ΑΠΕ κυρίαρχη στρατηγική της επιλογή
για το μέλλον και μόνη βιώσιμη λύση για τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της Επιχείρησης,
ενώ προς αυτή την κατεύθυνση δρομολογεί ακόμα και τον εταιρικό μετασχηματισμό της με
απορρόφηση της ΔΕΗ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ.

Στο πλαίσιο αυτής της αντιφατικής συμπεριφοράς, η Διοίκηση της ΔΕΗ συχνά αναφέρεται σε μία
δήθεν επιβάρυνσή της για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, την οποία επικαλέστηκε εκ νέου σε
πρόσφατη καταχώρισή της στον Τύπο. Συγκεκριμένα, κάνει λόγο για επιβάρυνση ύψους 535 εκατ.
ευρώ για τις ΑΠΕ (κάλυψη ελλειμμάτων “Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ”), παραπλανώντας τους
καταναλωτές.

Η αλήθεια όμως είναι εντελώς αντίθετη: Η ΔΕΗ, ως ο μεγαλύτερος προμηθευτής, έχει ωφεληθεί
την μερίδα του λέοντος από την επιδότηση που απολαμβάνουν οι προμηθευτές λόγω ακριβώς
των ΑΠΕ και η οποία μόνο για την τελευταία 10ετία υπολογίζεται σε 3-4 δις ευρώ.

Ένα πολύ μικρό μέρος αυτού του οφέλους επέστρεψαν οι Προμηθευτές στον Ειδικό Λογαριασμό μέσω της Χρέωσης Προμηθευτών που θεσπίσθηκε με το N.4414/2016 και ήδη έχει εξαγγελθεί αναίτια κατά τη γνώμη μας, η πλήρης κατάργησή της.

Αναλυτικότερα:

Η Χρέωση Προμηθευτών δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία ανταποδοτική χρέωση που πληρώνουν όλοι οι προμηθευτές για το φθηνότερο (λόγω ΑΠΕ) ρεύμα που αγοράζουν από την ημερήσια αγορά. Η χρέωση αυτή δεν έχει καμία σχέση με “τέλος” ή φόρο, ούτε και με το Ειδικό Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αέριων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ).

Πλήθος έγκυρων και εξειδικευμένων μελετών τα τελευταία χρόνια (ΕΜΠ, ΑΠΘ, ΙΟΒΕ, κ.ά.) έχουν τεκμηριώσει, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο στρεβλός μέχρι σήμερα τρόπος υπολογισμού της Οριακής Τιμής Συστήματος (ΟΤΣ) για τη χρηματοδότηση του Ειδικού Λογαριασμού και η μη ενσωμάτωση του ΕΤΜΕΑΡ στο ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων ηλεκτρικού ρεύματος, οδηγεί σε σοβαρή υποεκτίμηση της πραγματικής αξίας της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ΑΠΕ και, συνεπώς, σε κρυφή επιδότηση των προμηθευτών, και κυρίως του μονοπωλιακού -στην ουσία- προμηθευτή, δηλαδή της ΔΕΗ (μερίδιο αγοράς μεγαλύτερο του 80%). Η επιδότηση αυτή, εις βάρος των ΑΠΕ, συντελούνταν, μέχρι τα μέσα του 2016, με αφαίμαξη του Ειδικού Λογαριασμού και με αντίστοιχη διόγκωση των ελλειμμάτων του.

Οι ως άνω μελέτες, επιβεβαιώθηκαν από την αποκάλυψη του πραγματικού ύψους της επιδότησης των προμηθευτών. Συγκεκριμένα, με βάση τα απολογιστικά στοιχεία από το Ειδικό Δελτίο που εκδίδει ο ΛΑΓΗΕ, το 2017 -που ήταν το μοναδικό έτος κατά το οποίο εφαρμόσθηκε πλήρως (100%) η Χρέωση Προμηθευτών οι προμηθευτές επέστρεψαν 411,46 εκατ. ευρώ. Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει την επιδότηση που απόλαυσαν όλα τα άλλα έτη οι προμηθευτές ήτοι περίπου 400 εκατ. ευρώ/έτος, δηλαδή σχεδόν το 46% του ΕΤΜΕΑΡ που πληρώνουν σήμερα οι καταναλωτές. Συνεπώς, η επιδότηση της ΔΕΗ (κυρίως) και (πολύ λιγότερο) των υπόλοιπων προμηθευτών, εις βάρος των ΑΠΕ και του Ειδικού Λογαριασμού, ανερχόταν μέχρι και τα μέσα του 2016, σε περίπου 400 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο, δηλαδή σε 3-4 δις ευρώ συνολικά την τελευταία δεκαετία.

Το ως άνω όφελος των προμηθευτών συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία διαρκώς διογκούμενων ελλειμμάτων στον Ειδικό Λογαριασμό ΑΠΕ του ΛΑΓΗΕ, τα οποία για να αντιμετωπιστούν επιβάρυναν, αφ’ ενός μεν τους καταναλωτές με συνεχείς αυξήσεις του ΕΤΜΕΑΡ και, αφ’ ετέρου, τις ΑΠΕ, κυρίως με αναδρομικές περικοπές στις συμβολαιοποιημένες τιμές πώλησης της παραγόμενης ανανεώσιμης ενέργειας, αλλά και με χρεωστικούς τόκους λόγω των μεγάλων καθυστερήσεων στις πληρωμές. Εξελίξεις που έφτασαν να απειλούν σοβαρά τη βιωσιμότητα του κλάδου με όλους τους συνεπαγόμενους κινδύνους για την ενεργειακή αγορά, το περιβάλλον και την οικονομία.

Τον Αύγουστο του 2016, με διάταξη του Ν.4414/16 που ψηφίστηκε με ευρύτατη πλειοψηφία από τη Βουλή, επαναπροσδιορίστηκε ο τρόπος υπολογισμού και πληρωμής της αξίας των ΑΠΕ, έτσι ώστε να μεταφερθεί σταδιακά στον Ειδικό Λογαριασμό ΑΠΕ από την αγορά (δηλαδή από τους προμηθευτές) η ως άνω οικονομική αξία που προσφέρουν οι ΑΠΕ, και την οποία, μέχρι την ψήφιση του νόμου, την καρπώνονταν στο σύνολό της οι προμηθευτές, εις βάρος των καταναλωτών, με την υπέρμετρη (και μη αναγκαία) αύξηση του ΕΤΜΕΑΡ.

Για το σκοπό αυτό, ο Ν.4414/16 θέσπισε τη Χρέωση Προμηθευτών υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού, χρέωση που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διαφορά της αυξημένης ΟΤΣ που θα προέκυπτε για τους προμηθευτές εάν δεν υπήρχαν οι ΑΠΕ και της ΟΤΣ που πραγματικά προκύπτει (μειωμένη) λόγω ακριβώς της συμμετοχής των ΑΠΕ στην ημερήσια αγορά. Αυτή η διαφορά αντικατοπτρίζει ένα μέρος της οικονομικής αξίας που προσφέρουν στους προμηθευτές οι ΑΠΕ, μειώνοντας την ΟΤΣ και η οποία μέσω της Χρέωσης Προμηθευτών επιστρέφει στον Ειδικό Λογαριασμό, καλύπτοντας τις χρηματοδοτικές ανάγκες του και ανακουφίζοντας τους καταναλωτές (μέσω πιθανών μειώσεων του ΕΤΜΕΑΡ), ενώ μέχρι τον Αύγουστο του 2016, κατέληγε αποκλειστικά στους προμηθευτές επιδοτώντας το κόστος τους.

Οι Φορείς

ΕΛΕΑΒΙΟΜ – Ελληνική Εταιρεία Ανάπτυξης Βιομάζας
ΕΛΕΤΑΕΝ – Ελληνική Επιστημονική Ένωση Αιολικής Ενέργειας
ΕΣΗΑΠΕ – Ελληνικός Σύνδεσμος Ηλεκτροπαραγωγών από ΑΠΕ
ΕΣΜΥΕ – Ελληνικός Σύνδεσμος Μικρών Υδροηλεκτρικών
ΣΕΦ – Σύνδεσμος Εταιριών Φωτοβολταϊκών
ΣΠΕΦ – Σύνδεσμος Παραγωγών Ενέργειας με Φωτοβολταϊκά