Εθνικός Σχεδιασμός για την Ενέργεια και το Κλίμα

Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα έδωσε για δημόσια διαβούλευση το ΥΠΕΝ. Η διαβούλευση θα διαρκέσει μέχρι και την 3η Δεκεμβρίου 2018 και ώρα 15.00.

Μπορείτε να βρείτε το κείμενο του ενεργειακού σχεδιασμού εδώ

Ο παρακάτω πίνακας συνοψίζει την προτεινόμενη από το ΥΠΕΝ ισχύ διαφόρων τεχνολογιών ως το 2040.

Ηλεκτροπαραγωγή 2016 2020 2025 2030 2035 2040
Εγκατεστημένη Ισχύς [GW]
Στερεά Καύσιμα – Λιγνιτικά 4.3 3.4 3.5 2.7 1.5 1.3
Πετρελαϊκά 2.5 1.8 1.5 1.4 1.3 1.3
Φυσικό Αέριο 3.9 5.2 5.2 5.4 4.9 4.6
Βιοενέργεια 0.1 0.1 0.1 0.3 0.3 0.4
Υδροηλεκτρικά 3.4 3.4 3.7 3.9 3.9 4.0
Αιολικά 2.4 3.4 4.2 6.4 7.0 7.3
Φωτοβολταϊκά 2.6 3.3 5.5 6.9 7.5 8.1
Ηλιοθερμικοί σταθμοί 0.0 0.0 0.1 0.1 0.1 0.1
Γεωθερμία 0.0 0.0 0.0 0.1 0.2 0.3
Σύνολο 19.2 20.6 23.8 27.7 27.4 28.0
Νέα ισχύς συστημάτων αποθήκευσης 0.0 0.0 0.0 0.7 0.7 0.7

Το όφελος που έχει η ΔΕΗ χάρη στις ΑΠΕ και οι ανακρίβειες για τη «Χρέωση Προμηθευτών»

Οι φορείς των ΑΠΕ που υπογράφουν την παρούσα, συστηματικά υποστηρίζουμε την ανάγκη να
υπάρχει μια υγιής κι ακμαία ΔΕΗ, η οποία θα λειτουργεί ως βασικός πυλώνας του εγχώριου
ενεργειακού μας συστήματος.

Αδυνατούμε όμως, να κατανοήσουμε και πολύ περισσότερο να αποδεχθούμε το γεγονός ότι η
Διοίκηση της ΔΕΗ στην προσπάθεια της να μεταβιβάσει σε τρίτους ευθύνες που δεν τους
αναλογούν, επιχειρεί να ενοχοποιήσει και τελικώς κατασυκοφαντεί αδίκως τις ΑΠΕ. Μάλιστα αυτό
συμβαίνει τη στιγμή που η ίδια η Διοίκηση της ΔΕΗ θεωρεί τις ΑΠΕ κυρίαρχη στρατηγική της επιλογή
για το μέλλον και μόνη βιώσιμη λύση για τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της Επιχείρησης,
ενώ προς αυτή την κατεύθυνση δρομολογεί ακόμα και τον εταιρικό μετασχηματισμό της με
απορρόφηση της ΔΕΗ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ.

Στο πλαίσιο αυτής της αντιφατικής συμπεριφοράς, η Διοίκηση της ΔΕΗ συχνά αναφέρεται σε μία
δήθεν επιβάρυνσή της για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, την οποία επικαλέστηκε εκ νέου σε
πρόσφατη καταχώρισή της στον Τύπο. Συγκεκριμένα, κάνει λόγο για επιβάρυνση ύψους 535 εκατ.
ευρώ για τις ΑΠΕ (κάλυψη ελλειμμάτων “Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ”), παραπλανώντας τους
καταναλωτές.

Η αλήθεια όμως είναι εντελώς αντίθετη: Η ΔΕΗ, ως ο μεγαλύτερος προμηθευτής, έχει ωφεληθεί
την μερίδα του λέοντος από την επιδότηση που απολαμβάνουν οι προμηθευτές λόγω ακριβώς
των ΑΠΕ και η οποία μόνο για την τελευταία 10ετία υπολογίζεται σε 3-4 δις ευρώ.

Ένα πολύ μικρό μέρος αυτού του οφέλους επέστρεψαν οι Προμηθευτές στον Ειδικό Λογαριασμό μέσω της Χρέωσης Προμηθευτών που θεσπίσθηκε με το N.4414/2016 και ήδη έχει εξαγγελθεί αναίτια κατά τη γνώμη μας, η πλήρης κατάργησή της.

Αναλυτικότερα:

Η Χρέωση Προμηθευτών δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία ανταποδοτική χρέωση που πληρώνουν όλοι οι προμηθευτές για το φθηνότερο (λόγω ΑΠΕ) ρεύμα που αγοράζουν από την ημερήσια αγορά. Η χρέωση αυτή δεν έχει καμία σχέση με “τέλος” ή φόρο, ούτε και με το Ειδικό Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αέριων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ).

Πλήθος έγκυρων και εξειδικευμένων μελετών τα τελευταία χρόνια (ΕΜΠ, ΑΠΘ, ΙΟΒΕ, κ.ά.) έχουν τεκμηριώσει, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο στρεβλός μέχρι σήμερα τρόπος υπολογισμού της Οριακής Τιμής Συστήματος (ΟΤΣ) για τη χρηματοδότηση του Ειδικού Λογαριασμού και η μη ενσωμάτωση του ΕΤΜΕΑΡ στο ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων ηλεκτρικού ρεύματος, οδηγεί σε σοβαρή υποεκτίμηση της πραγματικής αξίας της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ΑΠΕ και, συνεπώς, σε κρυφή επιδότηση των προμηθευτών, και κυρίως του μονοπωλιακού -στην ουσία- προμηθευτή, δηλαδή της ΔΕΗ (μερίδιο αγοράς μεγαλύτερο του 80%). Η επιδότηση αυτή, εις βάρος των ΑΠΕ, συντελούνταν, μέχρι τα μέσα του 2016, με αφαίμαξη του Ειδικού Λογαριασμού και με αντίστοιχη διόγκωση των ελλειμμάτων του.

Οι ως άνω μελέτες, επιβεβαιώθηκαν από την αποκάλυψη του πραγματικού ύψους της επιδότησης των προμηθευτών. Συγκεκριμένα, με βάση τα απολογιστικά στοιχεία από το Ειδικό Δελτίο που εκδίδει ο ΛΑΓΗΕ, το 2017 -που ήταν το μοναδικό έτος κατά το οποίο εφαρμόσθηκε πλήρως (100%) η Χρέωση Προμηθευτών οι προμηθευτές επέστρεψαν 411,46 εκατ. ευρώ. Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει την επιδότηση που απόλαυσαν όλα τα άλλα έτη οι προμηθευτές ήτοι περίπου 400 εκατ. ευρώ/έτος, δηλαδή σχεδόν το 46% του ΕΤΜΕΑΡ που πληρώνουν σήμερα οι καταναλωτές. Συνεπώς, η επιδότηση της ΔΕΗ (κυρίως) και (πολύ λιγότερο) των υπόλοιπων προμηθευτών, εις βάρος των ΑΠΕ και του Ειδικού Λογαριασμού, ανερχόταν μέχρι και τα μέσα του 2016, σε περίπου 400 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο, δηλαδή σε 3-4 δις ευρώ συνολικά την τελευταία δεκαετία.

Το ως άνω όφελος των προμηθευτών συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία διαρκώς διογκούμενων ελλειμμάτων στον Ειδικό Λογαριασμό ΑΠΕ του ΛΑΓΗΕ, τα οποία για να αντιμετωπιστούν επιβάρυναν, αφ’ ενός μεν τους καταναλωτές με συνεχείς αυξήσεις του ΕΤΜΕΑΡ και, αφ’ ετέρου, τις ΑΠΕ, κυρίως με αναδρομικές περικοπές στις συμβολαιοποιημένες τιμές πώλησης της παραγόμενης ανανεώσιμης ενέργειας, αλλά και με χρεωστικούς τόκους λόγω των μεγάλων καθυστερήσεων στις πληρωμές. Εξελίξεις που έφτασαν να απειλούν σοβαρά τη βιωσιμότητα του κλάδου με όλους τους συνεπαγόμενους κινδύνους για την ενεργειακή αγορά, το περιβάλλον και την οικονομία.

Τον Αύγουστο του 2016, με διάταξη του Ν.4414/16 που ψηφίστηκε με ευρύτατη πλειοψηφία από τη Βουλή, επαναπροσδιορίστηκε ο τρόπος υπολογισμού και πληρωμής της αξίας των ΑΠΕ, έτσι ώστε να μεταφερθεί σταδιακά στον Ειδικό Λογαριασμό ΑΠΕ από την αγορά (δηλαδή από τους προμηθευτές) η ως άνω οικονομική αξία που προσφέρουν οι ΑΠΕ, και την οποία, μέχρι την ψήφιση του νόμου, την καρπώνονταν στο σύνολό της οι προμηθευτές, εις βάρος των καταναλωτών, με την υπέρμετρη (και μη αναγκαία) αύξηση του ΕΤΜΕΑΡ.

Για το σκοπό αυτό, ο Ν.4414/16 θέσπισε τη Χρέωση Προμηθευτών υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού, χρέωση που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διαφορά της αυξημένης ΟΤΣ που θα προέκυπτε για τους προμηθευτές εάν δεν υπήρχαν οι ΑΠΕ και της ΟΤΣ που πραγματικά προκύπτει (μειωμένη) λόγω ακριβώς της συμμετοχής των ΑΠΕ στην ημερήσια αγορά. Αυτή η διαφορά αντικατοπτρίζει ένα μέρος της οικονομικής αξίας που προσφέρουν στους προμηθευτές οι ΑΠΕ, μειώνοντας την ΟΤΣ και η οποία μέσω της Χρέωσης Προμηθευτών επιστρέφει στον Ειδικό Λογαριασμό, καλύπτοντας τις χρηματοδοτικές ανάγκες του και ανακουφίζοντας τους καταναλωτές (μέσω πιθανών μειώσεων του ΕΤΜΕΑΡ), ενώ μέχρι τον Αύγουστο του 2016, κατέληγε αποκλειστικά στους προμηθευτές επιδοτώντας το κόστος τους.

Οι Φορείς

ΕΛΕΑΒΙΟΜ – Ελληνική Εταιρεία Ανάπτυξης Βιομάζας
ΕΛΕΤΑΕΝ – Ελληνική Επιστημονική Ένωση Αιολικής Ενέργειας
ΕΣΗΑΠΕ – Ελληνικός Σύνδεσμος Ηλεκτροπαραγωγών από ΑΠΕ
ΕΣΜΥΕ – Ελληνικός Σύνδεσμος Μικρών Υδροηλεκτρικών
ΣΕΦ – Σύνδεσμος Εταιριών Φωτοβολταϊκών
ΣΠΕΦ – Σύνδεσμος Παραγωγών Ενέργειας με Φωτοβολταϊκά

Να επιτραπεί υπό προϋποθέσεις η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε ένα μικρό ποσοστό της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας

Με το Ν.4015/2011 απαγορεύεται πρακτικά η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε γαίες υψηλές παραγωγικότητας. Όλες όμως οι αρδευόμενες εκτάσεις θεωρούνται γαίες υψηλής παραγωγικότητας, οπότε ακόμη και η εγκατάσταση φωτοβολταϊκού από οποιονδήποτε αγρότη για να ισοσκελίσει με παραγόμενη ενέργεια αυτήν που καταναλώνει π.χ. μια αντλία ποτίσματος στο χωράφι του ή από έναν ΓΟΕΒ ή ΤΟΕΒ για τις ανάγκες ενός αντλιοστασίου είναι πρακτικά αδύνατη. Με τον τρόπο αυτό, το ευεργετικό για τη μείωση του αγροτικού κόστους παραγωγής μέτρο καθίσταται ανενεργό στην πράξη. Γαίες υψηλής παραγωγικότητας θεωρούνται επίσης και όσες προέρχονται από αναδασμό ακόμη κι αν είναι εμφανώς το αντίθετο (π.χ. περιοχές με υψηλή αλατότητα).

Σχεδόν αδύνατη επίσης είναι και η εξεύρεση κατάλληλης γης για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σταθμών από άλλους επενδυτές, κάτι που αντικατοπτρίζεται και στην έλλειψη αρκετών ώριμων έργων για συμμετοχή στις διαγωνιστικές διαδικασίες που προβλέπει η σχετική νομοθεσία για την ανάπτυξη των ΑΠΕ.

Γενικά στο σύνολο της χώρας με δεδομένους τους σημερινούς χωροταξικούς περιορισμούς, είναι πρακτικά αδύνατον να επιτευχθούν οι εθνικοί στόχοι για διείσδυση των ΑΠΕ και σχεδόν αδύνατη η αξιοποίηση τους προς όφελος του αγροτικού εισοδήματος. Σημειώνουμε ότι, με βάση τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η γεωργική έκταση που μένει ακαλλιέργητη είναι 88 φορές μεγαλύτερη από την έκταση που δεσμεύουν όλα τα φωτοβολταϊκά που έχουν  εγκατασταθεί στη χώρα μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ[1], η γεωργική γη στην Ελλάδα ανέρχεται σε 32,5 εκατ. στρέμματα (στατιστικά για το 2016 δημοσιευμένα τον Σεπτέμβριο του 2018), εκ των οποίων καλλιεργούνται τα 29 εκατ. στρέμματα. Αυτό σημαίνει ότι τα φωτοβολταϊκά δεσμεύουν το 0,11% της γεωργικής γης ή αλλιώς το 0,03% της έκτασης της χώρας.

 Πρόταση: Για να μπορέσει να ενεργοποιηθεί εκ νέου η ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών και να επιτευχθούν οι εθνικοί στόχοι για τη διείσδυση των ΑΠΕ, προτείνουμε και εισηγούμαστε να επανέλθει το καθεστώς του Ν.3851/2010, σύμφωνα με το οποίο η συνολική έκταση που θα καταλαμβάνουν τα φωτοβολταϊκά που εγκαθίστανται σε γαίες υψηλής παραγωγικότητας δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 1% του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων της συγκεκριμένης Περιφερειακής Ενότητας.

Ειδικότερα προτείνεται η παρακάτω διατύπωση:

“Επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς σε αγροτεμάχια που χαρακτηρίζονται ως αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας. Στην περίπτωση αυτή, νέες προσφορές σύνδεσης  χορηγούνται μόνον αν οι προς υλοποίηση φωτοβολταϊκοί σταθμοί για τους οποίους έχουν ήδη εκδοθεί δεσμευτικές προσφορές σύνδεσης από τον αρμόδιο Διαχειριστή συν οι ήδη εγκατεστημένοι σταθμοί επί εδάφους καλύπτουν εδαφικές εκτάσεις που δεν υπερβαίνουν το 1% του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων της συγκεκριμένης Περιφερειακής Ενότητας. Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου χρησιμοποιούνται τα πιο πρόσφατα κατά περίπτωση στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Για τον υπολογισμό της κάλυψης λαμβάνεται υπόψη η οριζόντια προβολή επί του εδάφους των φωτοβολταϊκών στοιχείων”.

Σύντομο ιστορικό

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2011, ψηφίστηκε ο Ν.4015/2011, το άρθρο 21 του οποίου προσπάθησε να δώσει διέξοδο σε πολλούς αγρότες λόγω των υφιστάμενων αγκυλώσεων που σχετίζονται με τις γαίες υψηλής παραγωγικότητας.

Ατυχώς, η ψηφισθείσα διάταξη διατυπώθηκε κατά τρόπο που δημιούργησε ένα νέο μεγάλο πρόβλημα και συγκεκριμένα ακύρωσε τη δυνατότητα εγκατάστασης φωτοβολταϊκών σε μικρό τμήμα των γαιών υψηλής παραγωγικότητας, όπως προέβλεπε ο Ν.3851/2010.

Ενώ βάσει του άρθρου 56§6 του Ν.2637/1998 (που έχει αντικατασταθεί από το Ν.2945/2001 και εν συνεχεία από το Ν.3851/2010) προβλέπεται η δυνατότητα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς σε αγροτεμάχια που χαρακτηρίζονται ως γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας, οπότε στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται η έκδοση άδειας αν οι σταθμοί αυτοί καλύπτουν εκτάσεις που δεν υπερβαίνουν το 1% του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων του συγκεκριμένου νομού, ωστόσο προβλέπεται από το άρθρο 21 του Ν.4015/2011 ότι η συγκεκριμένη διάταξη θα τεθεί σε ισχύ 10 μέρες μετά από την δημοσίευση ΦΕΚ με ΚΥΑ βάσει του άρθρου 56§2 του Ν.2637/1998, όπως ισχύει, και η οποία θα καθορίζει τα γεωγραφικά όρια των αγροτεμαχίων υψηλής παραγωγικότητας. Προς το παρόν δεν έχει εκδοθεί ΚΥΑ για τα γεωγραφικά όρια και άρα πρακτικά απαγορεύεται η εγκατάσταση νέων φωτοβολταϊκών σε γαίες υψηλής παραγωγικότητες αλλά και η ανανέωση ΑΕΠΟ λειτουργούντων έργων που εγκαταστάθηκαν σε γαίες υψηλής παραγωγικότητας κάνοντας χρήση των διατάξεων του Ν.3851/2010.

Η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα πρέπει να θεωρείται αγροτοβιομηχανική δραστηριότητα για μια σειρά από λόγους. Τόσο η παραδοσιακή γεωργική πρακτική όσο και οι ΑΠΕ (άλλες άμεσα και άλλες έμμεσα) χρησιμοποιούν εκτάσεις γης για να μετατρέψουν την ηλιακή ακτινοβολία σε ένα χρήσιμο προϊόν. Στην περίπτωση της γεωργίας, η ηλιακή ακτινοβολία μετατρέπεται μέσω της φωτοσύνθεσης σε οργανική ύλη, ενώ στην περίπτωση των φωτοβολταϊκών, για παράδειγμα, σε ηλεκτρική ενέργεια. Μέρος του παραγόμενου τελικού προϊόντος (αγροτικά προϊόντα ή ενέργεια) καταναλώνεται από τους ίδιους τους αγρότες, ενώ το υπόλοιπο τροφοδοτείται σε άλλες περιοχές.

Σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ, η διαφύλαξη της γης υψηλής παραγωγικότητας εξυπηρετεί και αναπτυξιακούς στόχους. Η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών (και άλλων μονάδων ΑΠΕ) μπορεί, ως δραστηριότητα συμβατή με τον αγροτικό χαρακτήρα μιας περιοχής, να συμβάλλει σε αυτή την αναπτυξιακή προοπτική. Δεδομένης της συρρίκνωσης του αγροτικού εισοδήματος και των ανακατατάξεων στη γεωργική παραγωγή που επιφέρει η αναθεώρηση της ΚΑΠ, είναι σημαντικό να διασφαλιστούν εναλλακτικές συμπληρωματικές πηγές εσόδων για τον αγροτικό πληθυσμό, προκειμένου αυτός να παραμείνει ενεργός και να μην υπάρχει αιμορραγία προς τα αστικά κέντρα. Η εκμετάλλευση των ΑΠΕ (ακόμη κι αν το εισόδημα των αγροτών διασφαλίζεται απλώς από την ενοικίαση ή πώληση μέρους του κλήρου τους και όχι από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας από τους ίδιους) μπορεί να αποτελέσει μία σημαντική συμπληρωματική πηγή εσόδων, η οποία εν τέλει θα τους κρατήσει κοντά στη γη και στη βασική οικονομική τους δραστηριότητα.

Να σημειώσουμε επίσης ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ, ενώ η συνταγματική επιταγή κρίνει ως ασυμβίβαστες ορισμένες χρήσεις (π.χ. κατοικία) σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας, εν τούτοις η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης καθιστά θεμιτές, ίσως μάλιστα και επιβεβλημένες παρεκκλίσεις ή αποκλίσεις από την προστασία της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας, εφόσον συγκεκριμένοι λόγοι δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος τις δικαιολογούν.

Με βάση τον Ν.4414/2016, στόχος της Πολιτείας είναι: η αξιοποίηση του εγχώριου δυναμικού ηλεκτροπαραγωγής από Α.Π.Ε., κατά προτεραιότητα, με στόχο την προστασία του περιβάλλοντος, τη διαφοροποίηση του εθνικού ενεργειακού μίγματος, την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και την ενίσχυση και ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας… στο πλαίσιο της ενιαίας πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, και την επίτευξη του στόχου συμμετοχής των Α.Π.Ε. στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας”. Είναι σαφές ότι μία “προτεραιότητα” πρέπει να διευκολύνεται, τη στιγμή μάλιστα που εξυπηρετεί το δημόσιο και κοινωνικό συμφέρον.

[1] http://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/SPG06/-

Οι θέσεις του ΣΕΦ στη δημόσια διαβούλευση για την ΥΑ που αφορά την αυτοπαραγωγή και την αποθήκευση ενέργειας

Ο Σύνδεσμος Εταιριών Φωτοβολταϊκών κρίνει ως θετικό το γενικό πλαίσιο που θέτει το σχέδιο υπουργικής απόφασης το οποίο δόθηκε προς διαβούλευση από τη ΡΑΕ. Υπάρχουν παρόλα αυτά, κάποια σημεία τα οποία χρήζουν βελτίωσης, η τροποποίηση των οποίων θα διευκόλυνε και θα επιτάχυνε τη διείσδυση των συστημάτων αυτοπαραγωγής. Τα σημεία αυτά αφορούν:

  1. Στις χρεώσεις ΥΚΩ για αυτοπαραγωγούς, και
  2. Στους όρους ένταξης συστημάτων αποθήκευσης από αυτοπαραγωγούς
  1. Χρεώσεις ΥΚΩ για αυτοπαραγωγούς

Έχουν περάσει τριάμισι χρόνια από την έναρξη εφαρμογής του προγράμματος αυτοπαραγωγής με ενεργειακό συμψηφισμό και ο απολογισμός είναι δυστυχώς κάτι παραπάνω από απογοητευτικός. Σε τριάμισι χρόνια έχουν εγκατασταθεί περίπου 20 MW συστημάτων. Με τους ρυθμούς αυτούς, όχι μόνο δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη αγορά, αλλά η χώρα θα απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από τους εθνικούς, κοινοτικούς και διεθνείς στόχους για την ανάπτυξη των ΑΠΕ και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, με τις ισχύουσες σήμερα τιμές στην αγορά (που είναι από τις χαμηλότερες διεθνώς) και τις υπάρχουσες θεσμικές ρυθμίσεις, ο χρόνος απόσβεσης ενός μικρού οικιακού συστήματος αυτοπαραγωγής είναι περίπου 10 χρόνια. Ασφαλώς κάτι τέτοιο επ’ ουδενί αποτελεί κίνητρο για εγκατάσταση φωτοβολταϊκού σε μια κατοικία ή μια επιχείρηση. Για το λόγο αυτό, προτείνουμε την παρακάτω θεσμική βελτίωση.

Σήμερα, οι αυτοπαραγωγοί επιβαρύνονται με χρέωση ΥΚΩ (Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας) στο σύνολο της ενέργειας που καταναλώνουν, ακόμη και επί αυτής που παράγουν οι ίδιοι και ιδιοκαταναλώνουν επί τόπου πριν αυτή εγχυθεί στο δίκτυο. Κάτι τέτοιο εκτός από αντιπαραγωγικό, είναι και εξαιρετικά άδικο. Στις υπόλοιπες ρυθμιζόμενες χρεώσεις (τέλη χρήσης δικτύου και συστήματος, ΕΤΜΕΑΡ), ο αυτοπαραγωγός επιβαρύνεται μόνο για την απορροφώμενη από το δίκτυο ενέργεια και όχι για το σύνολο της καταναλισκόμενης ενέργειας. Τονίζουμε εμφατικά ότι το συντριπτικό ποσοστό των ΥΚΩ αφορά σε έμμεση επιδότηση της ηλεκτροπαραγωγής με πετρέλαιο στα νησιά. Αν η χρέωση ΥΚΩ υπολογίζεται επί της απορροφώμενης ενέργειας και όχι επί του συνόλου της καταναλισκόμενης ενέργειας, μειώνεται έως και κατά ένα έτος ο χρόνος απόσβεσης για ένα οικιακό σύστημα. Στο επιχείρημα ότι έτσι μειώνονται τα διαθέσιμα κονδύλια για ΥΚΩ (που είναι της τάξης των εκατοντάδων εκατ. € ετησίως), αντιτείνουμε ότι αν ίσχυε η πρότασή μας για τα εγκατεστημένα σήμερα συστήματα (περίπου 20 MW), τα διαθέσιμα ποσά ΥΚΩ θα μειώνονταν μόλις κατά 70.000 € ετησίως . Σημειώνουμε επίσης ότι, ήδη έχει επιτευχθεί η διασύνδεση ορισμένων νησιών με το ηπειρωτικό σύστημα, μειώνοντας τα συνολικά ποσά που απαιτούνται για ΥΚΩ, καθιστώντας έτσι απολύτως ρεαλιστική την πρότασή μας.

  1. Εφαρμογή ενεργειακού συμψηφισμού με αποθήκευση ενέργειας

Η προτεινόμενη διατύπωση του άρθρου 8 δημιουργεί μια σειρά από αναίτια προβλήματα στη διείσδυση συστημάτων αποθήκευσης, καθυστερώντας σημαντικά το άνοιγμα αυτής της νέας αγοράς. Προτείνουμε λοιπόν την παρακάτω διατύπωση για το άρθρο αυτό, αιτιολογώντας παρακάτω τους λόγους.

Άρθρο 8

Εφαρμογή Ενεργειακού Συμψηφισμού με αποθήκευση ενέργειας 

  1. Στις εγκαταστάσεις αυτοπαραγωγών με ενεργειακό συμψηφισμό επιτρέπεται, μετά από αίτηση στον αρμόδιο Διαχειριστή του δικτύου, η εγκατάσταση σταθερού ή κινητού συστήματος συσσωρευτών για την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας (εφεξής σύστημα αποθήκευσης). Το σύστημα αποθήκευσης αποτελεί τμήμα της Εσωτερικής Ηλεκτρικής Εγκατάστασης του αυτοπαραγωγού και η εγκατάσταση του θα πρέπει να συμμορφώνεται με τα εθνικά και διεθνή αντίστοιχα πρότυπα και κανόνες.
  2. Η ονομαστική ισχύς του μετατροπέα του συστήματος αποθήκευσης (σε ΚVA) δεν δύναται να υπερβαίνει την ονομαστική ισχύ του σταθμού παραγωγής (σε kW). Το μέγιστο ρεύμα της συνολικής εγκατάστασης δε δύναται να υπερβαίνει τη μέγιστη ικανότητα φόρτισης της παροχής του αυτοπαραγωγού.

Η διατύπωση αυτή διαφέρει από την προτεινόμενη στο σχέδιο ΥΑ σε δύο σημεία:

  1. Απαλείφεται ο όρος ότι: “Η λειτουργία του συστήματος αποθήκευσης εξασφαλίζει ότι η ενέργεια που αποθηκεύεται σε αυτό προέρχεται αποκλειστικά από το σταθμό παραγωγής και η ενέργεια αυτή διατίθεται αποκλειστικά για την τροφοδότηση των φορτίων του αυτοπαραγωγού. Δηλαδή το σύστημα αποθήκευσης δεν θα ανταλλάσσει ενέργεια με το δίκτυο διανομής”.
  2. Τροποποιείται ο όρος ότι: Η ονομαστική ισχύς του μετατροπέα του συστήματος αποθήκευσης (σε kVA) δεν δύναται να υπερβαίνει την ονομαστική ισχύ του σταθμού παραγωγής (σε kW), με ανώτατο όριο ισχύος τα 30 kVA”.

Επειδή με την επικείμενη υπουργική απόφαση τίθενται για πρώτη φορά όροι για την αποθήκευση ενέργειας σε μικρής κλίμακας έργα ΑΠΕ, είναι σκόπιμο οι όροι αυτοί να συνάδουν με το πνεύμα και το γράμμα των Κοινοτικών Οδηγιών αλλά και τις επερχόμενες τεχνολογικές εξελίξεις (π.χ. για τις υποδομές επαναφόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων).

[α]. Στην Οδηγία 2018/844 αναφέρεται ότι “… τα κτίρια μπορούν να αξιοποιηθούν για την ανάπτυξη της αναγκαίας υποδομής για την έξυπνη φόρτιση των ηλεκτροκίνητων οχημάτων και παρέχουν επίσης στα κράτη μέλη μια βάση, εάν το επιλέξουν, να χρησιμοποιούν μπαταρίες αυτοκινήτου ως πηγή ενέργειας”.

Η “έξυπνη φόρτιση” των ηλεκτρικών οχημάτων θα γίνεται όχι μόνο με την χρονικά ελεγχόμενη φόρτιση αλλά και με την μεταχρονολογημένη φόρτιση μέσω συστήματος μπαταριών.

Επιπλέον, η Οδηγία 2018/844 αναφέρει ότι “οι οικοδομικοί κώδικες, μπορούν να αξιοποιηθούν αποτελεσματικά για τη θέσπιση στοχευμένων απαιτήσεων που στηρίζουν την ανάπτυξη υποδομών επαναφόρτισης στους χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων σε κτίρια που προορίζονται για κατοικίες και για άλλες χρήσεις. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέψουν μέτρα για την απλούστευση της εγκατάστασης υποδομών επαναφόρτισης”.

Η ανάγκη για ανάπτυξη των υποδομών φόρτισης σχεδόν επιβάλει τη χρήση συστημάτων αποθήκευσης, δεδομένου ότι θα λύσουν το πρόβλημα του σημαντικού κόστους που απαιτείται για την αναβάθμιση του δικτύου διανομής. Επιπλέον, η ευρωπαϊκή Οδηγία αναφέρει ρητά ότι η καλύτερη ποιότητα αέρα θα επιτευχθεί εφόσον η ηλεκτροκίνηση συνδυαστεί με ΑΠΕ.

Τα άρθρο 8 της υπό διαβούλευση υπουργικής απόφασης έρχεται σε αντίθεση με τα παραπάνω καθώς δεν επιτρέπει τις ανταλλαγές ενέργειας του συστήματος αποθήκευσης με το ηλεκτρικό δίκτυο.

[β]. Ήδη στη βιομηχανία χρησιμοποιείται πλήθος συστημάτων αποθήκευσης. Εκτός από τα τροφοδοτικά αδιάλειπτης παροχής (UPS) σε κτίρια γραφείων, τη βιομηχανία αλλά ακόμα και τον οικιακό τομέα, έχουμε συστήματα φόρτισης μονάδων μπαταριών που στη συνέχεια χρησιμοποιούνται σε περονοφόρα, άλλες παραγωγικές διαδικασίες που απαιτούν ηλεκτρική ισχύ DC, κ.λπ.  Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση των τηλεπικοινωνιακών σταθμών για internet ή τηλεφωνία εντός των πόλεων που διαθέτουν μεγάλα συστήματα μπαταριών και που τα φορτίζουν από το ηλεκτρικό δίκτυο. Η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε αυτές τις ενεργοβόρες δραστηριότητες είναι ενδεδειγμένη δεδομένου ότι θα είναι εγκατεστημένα στο ίδιο ηλεκτρικό δίκτυο με τις μπαταρίες τους. Το άρθρο 8 δημιουργεί προβλήματα και σε αυτή την περίπτωση γιατί δεν επιτρέπει τη φόρτιση από το δίκτυο. Αν ισχύσει ως έχει, θα δημιουργήσει σύγχυση και ανάγκη νέων υπουργικών αποφάσεων με εξαιρέσεις, την ανάγκη μεγάλου πλήθους διευκρινιστικών εγκυκλίων, κ.λπ.

[γ]. Είναι λογικό ο χρήστης του συστήματος αποθήκευσης με ΑΠΕ να θέλει να εκμεταλλευτεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό την επένδυσή του και επομένως και τη δυνατότητα η εγκατάστασή του να αποτελεί ταυτόχρονα και ένα σύστημα αδιάλειπτης παροχής ισχύος (UPS). Σε περίπτωση διακοπής της ηλεκτροδότησης (ακόμα και για το εύλογο διάστημα της μίας ώρας) είναι απαραίτητο να επαναφορτιστούν οι μπαταρίες από το δίκτυο. Το άρθρο 8 περιορίζει τη δυνατότητα αυτή καθώς δεν επιτρέπει τη φόρτιση των μπαταριών από το δίκτυο. Η ενδεχόμενη μερική φόρτιση από το δίκτυο δικαιολογείται για λόγους ετοιμότητας του UPS εν όψει νέων άμεσων διακοπών στην ηλεκτροδότηση, παρόλο που ο χρήστης θα επιθυμούσε φυσικά για οικονομικούς λόγους τη φόρτιση από το φωτοβολταϊκό σύστημα.

[δ]. Οι περιορισμοί του άρθρου 8 για τη μη φόρτιση από το ηλεκτρικό δίκτυο ή την έγχυση στο δίκτυο δημιουργούν επίσης προβλήματα πιστοποίησης του εξοπλισμού αλλά και ελέγχου της συμπεριφοράς των καταναλωτών που παραβιάζουν τον κανονισμό.

Επειδή θα απαγορεύεται η ανταλλαγή ενέργειας της μπαταρίας με το δίκτυο θα πρέπει να υπάρξει ειδικός εξοπλισμός και μετρητικές διατάξεις που να το πιστοποιούν.  Αυτό δημιουργεί τα ακόλουθα προβλήματα που στην ουσία ακυρώνουν τις πρόνοιες του ν.4513/2018.

Πρώτον, ο ειδικός εξοπλισμός δεν είναι ευρέως διαθέσιμος γιατί οι εφαρμογές σε άλλες χώρες δεν έχουν αυτούς τους περιορισμούς. Μάλιστα, σε πολλές χώρες είναι δυνατή η εγκατάσταση συστήματος αποθήκευσης χωρίς ΑΠΕ (για περικοπή των αιχμών παραγωγής, υποστήριξη τάσης, ρύθμιση συχνότητας, αλλά και για εξισορροπητική κερδοσκοπία ενέργειας [energy arbitrage]).  Εννοείται ότι ο απαιτούμενος εξοπλισμός θα είναι ακριβότερος σε σχέση με τον εξοπλισμό που χρησιμοποιείται σήμερα και απλά διαθέτει πιστοποιητικό για την ασφάλεια σε περίπτωση απώλειας του δικτύου (VDE 0126).

Δεύτερον, η διαδικασία πιστοποίησης του εξοπλισμού, η εγκατάσταση ειδικών μετρητικών διατάξεων και έγκρισης των εγκαταστάσεων θα κάνει τα συστήματα πιο ακριβά, και το χειρότερο, θα συνεπάγεται επιπλέον καθυστερήσεις.

[ε]. Εκτός από τα ενεργειακά οφέλη, η ένταξη συστημάτων αποθήκευσης θα έχει οφέλη από την δραστηριοποίηση της ελληνικής βιομηχανίας στην κατασκευή τέτοιων συστημάτων. Είναι σημαντικό να αναπτυχθεί όσο είναι δυνατό ταχύτερα η αντίστοιχη βιομηχανική δραστηριότητα στην Ελλάδα πριν ακόμα η ανάπτυξη του ανταγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο είναι τέτοια που να αποθαρρύνει την όποια εγχώρια κατασκευαστική δραστηριότητα.

Σε ότι αφορά στο όριο των 30 kVA, είναι σαφές ότι αυτό καλύπτει μόνο τα οικιακά και κάποια μικρά εμπορικά συστήματα, αποκλείοντας βασικούς καταναλωτές και εν δυνάμει αυτοπαραγωγούς όπως η βιομηχανία και οι μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις, οι οποίοι μάλιστα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη των πλεονεκτημάτων που τους παρέχει ένα σύστημα αποθήκευσης. Το επιχείρημα “να δοκιμάσουμε πρώτα τα μικρά και …βλέπουμε”, το μόνο που επιτυγχάνει είναι να καθυστερήσει περαιτέρω τη διείσδυση της αυτοπαραγωγής με αποθήκευση. Δεν υπάρχει κανένα τεχνικό θέμα που να επιβάλει κάτι τέτοιο. Να θυμίσουμε επιπλέον, ότι ο ΣΕΦ έχει ζητήσει προδιαγραφές για την αποθήκευση ήδη από το 2015 και όλο αυτό το διάστημα υπήρξε απαράδεκτη κωλυσιεργία. Οι επιπλέον καθυστερήσεις δεν βοηθούν κανέναν.

Η ΡΑΕ προκήρυξε το νέο γύρο διαγωνισμών ΑΠΕ για 10 Δεκεμβρίου 2018

Προκήρυξη τριών (3) ανταγωνιστικών διαδικασιών έργων ΑΠΕ

Διενέργεια Ηλεκτρονικής Δημοπρασίας: 10 Δεκεμβρίου 2018

 

Κατηγορία Ι: Φ/Β σταθμοί PPV ≤ 1MW 94 MW
Κατηγορία IΙ: Φ/Β σταθμοί 1MW < PPV ≤ 20 MW 100 MW
Κατηγορία IΙI: Αιολικοί σταθμοί 3MW < PWind < 50 MW 229 MW

 

Δείτε τις λεπτομέρειες εδώ:

http://www.rae.gr/categories_new/about_rae/activity/global_consultation/current/1910.csp

 

Οι θέσεις του ΣΕΦ στη διαβούλευση για τους διαγωνισμούς ΑΠΕ

Την ανησυχία του για την τροπή που παίρνει η διαδικασία διενέργειας των διαγωνισμών για ΑΠΕ εκφράζει ο Σύνδεσμος Εταιριών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ). Ενώ θα περίμενε κανείς οι τυχόν τροποποιήσεις στους ισχύοντες κανόνες να διορθώνουν τις αστοχίες του παρελθόντος και να βελτιώνουν το επενδυτικό περιβάλλον, με το σχέδιο προκήρυξης που δόθηκε για δημόσια διαβούλευση από τη ΡΑΕ προστίθενται και νέα αγκάθια για τους επενδυτές, κάτι που έχει ήδη επισημάνει σύσσωμη η αγορά και οι φορείς του κλάδου των ΑΠΕ.

Συγκεκριμένα, θεσπίζεται για πρώτη φορά όριο ανά συμμετέχοντα (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) σε ποσοστό 20% επί της Μέγιστης Δημοπρατούμενης ισχύος κάθε κατηγορίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην είναι εφικτή η συμμετοχή στο διαγωνισμό ώριμων έργων, για την ωρίμανση των οποίων απαιτήθηκαν χρόνια προσπάθειας και σημαντικά έξοδα από πλευράς των επενδυτών. Η ρύθμιση αυτή προτείνεται από τη ΡΑΕ για να περιορίσει υποτίθεται τη δυνατότητα μιας εταιρίας να διεκδικήσει μεγάλο ποσοστό της δημοπρατούμενης ισχύος. Στην πράξη όμως, αυτό μπορεί να γίνει και με την προτεινόμενη ρύθμιση (μέσω της δημιουργίας ξεχωριστών νομικών προσώπων από την ίδια εταιρία). Χαμένοι με αυτή τη ρύθμιση είναι όσοι είχαν αδειοδοτήσει  πολλά έργα υπό το ίδιο νομικό σχήμα και τώρα δεν προλαβαίνουν να μεταβιβάσουν τις άδειες σε εταιρίες ειδικού σκοπού. Ο περιορισμός αυτός, που προτείνεται από τη ΡΑΕ να ισχύσει και για τις τρεις κατηγορίες διαγωνισμών, ψαλιδίζει στην πράξη και άλλο την ισχύ των έργων που μπορούν να προχωρήσουν, ισχύ που ήδη ήταν χαμηλή στην περίπτωση των φωτοβολταϊκών λόγω και άλλων κανόνων του διαγωνισμού.

Αγκάθι παραμένει και η διατήρηση του επιπέδου ανταγωνισμού στο 75% παρά την έλλειψη επαρκών ώριμων έργων. Η αιτιολόγηση για το ποσοστό αυτό είναι πως βοηθά τον ανταγωνισμό και συνεπώς επιτυγχάνει χαμηλότερο κόστος για τους καταναλωτές. Αν δει όμως κανείς τις εταιρίες που πρόσφεραν τις χαμηλότερες τιμές στον προηγούμενο διαγωνισμό της 2/7/2018 και οδήγησαν και σε χαμηλότερο μέσο όρο τιμών, θα διαπιστώσει ότι -και στις τρεις κατηγορίες- αυτές είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: είχαν πρόσβαση σε φθηνό και με καλύτερους όρους δανεισμό από το εξωτερικό. Αυτό ήταν το βασικό πλεονέκτημά τους και όχι το “επίπεδο ανταγωνισμού”. Για το λόγο αυτό, και για να μπορέσουν να υλοποιηθούν εμπροσθοβαρώς περισσότερα έργα, προτείνουμε να μειωθεί σημαντικά το “επίπεδο ανταγωνισμού”. Συγκεκριμένα, προτείνουμε το ποσοστό αυτό να είναι της τάξης του 25%-30%. Σημειώνουμε επιπροσθέτως ότι ο όρος αυτός, “προκειμένου να επιτευχθεί ικανοποιητικός ανταγωνισμός”, δεν είναι σύμφωνος ούτε με το N.4414/2016, ούτε και με τις Κατευθυντήριες Γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την κρατική ενίσχυση για την προστασία του περιβάλλοντος και την ενέργειας 2014-2020 (ΕΕΑG–2014/C 200/01).

 Ο κανόνας “το μικρό ψάρι τρώει το μεγάλο”

Με βάση τις μέχρι τώρα προκηρύξεις της ΡΑΕ αλλά και το υπό διαβούλευση σχέδιο προκήρυξης:

 “Αν δύο προσφορές έχουν ίδια παράμετρο τιμής, τότε “καλύτερη” είναι αυτή, της οποίας ο σταθμός έχει την μικρότερη εγκατεστημένη ισχύ (παράμετρος ποσότητας)… Με τη λήξη της δημοπρασίας, οι προσωρινές δεσμεύσεις γίνονται οριστικές και “κλειδώνουν” στους αντίστοιχους Συμμετέχοντες με βάση την τελική λίστα προτεραιότητας “καλύτερης προσφοράς” (δηλαδή παράμετρος τιμής, παράμετρος ποσότητας και παράμετρος χρόνου). Επισημαίνεται ότι στη διαδικασία των διαδοχικών δεσμεύσεων, αν η εγκατεστημένη ισχύς μίας προσφοράς είναι μεγαλύτερη από την εναπομείνασα ποσότητα, (είτε στη διάρκεια της δημοπρασίας με τις προσωρινές δεσμεύσεις, είτε στο κλείσιμο με την οριστικοποίηση) η προσφορά δεν εξυπηρετείται καθόλου και το σύστημα προχωρά στην επόμενη προσφορά προς εξυπηρέτηση”.

Αυτό, όπως έχουμε επισημάνει και στο παρελθόν, έρχεται σε αντίθεση με σχετική υπουργική απόφαση (22/3/2018) η οποία αναφέρει τα εξής: «Στην περίπτωση που η δημοπρατούμενη ισχύς μιας ανταγωνιστικής διαδικασίας δεν καλύπτεται, είναι δυνατή η υπερκάλυψη αυτής με την επιλογή του αμέσως επόμενου, στη σειρά κατάταξης με βάση την τιμή προσφοράς στην ανταγωνιστική διαδικασία, σταθμού ή συγκροτήματος σταθμών”.

Ένα άλλο θέμα που εισάγεται για πρώτη φορά είναι η δυνατότητα παρατάσεων κατά τη διενέργεια των διαγωνισμών. Εκτιμούμε πως η ρύθμιση αυτή επιφέρει ένα επιπλέον βαθμό πολυπλοκότητας και θα οδηγήσει εν τέλει σε περισσότερες ενστάσεις εκ μέρους των συμμετεχόντων (που θα μπορούσαν να ζητήσουν, για παράδειγμα, τους Πίνακες Επιλεγέντων ανά τρίλεπτο), ενώ η εισαγωγή της εκ μέρους της ΡΑΕ έγινε για να περιοριστούν υποτίθεται οι ενστάσεις. Προτείνουμε λοιπόν να μην ισχύσει η διαδικασία των παρατάσεων αλλά ότι ίσχυε και στους προηγούμενους διαγωνισμούς (συνολική διάρκεια 30 λεπτά).

Όλα τα παραπάνω δεν βοηθούν, αλλά αντιθέτως έρχονται σε αντίθεση,  τόσο τη διακηρυγμένη θέση της ΡΑΕ “να γίνει στο μέγιστο βαθμό εμπροσθοβαρώς ο επιμερισμός της ισχύος με βέλτιστο τρόπο”, όσο και την επίτευξη των στόχων που έχει θέσει η Πολιτεία για συμμετοχή των ΑΠΕ στην ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας ως το 2020 (Ν.3851/2010). Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, στα τέλη του 2016 (τελευταία χρονιά για την οποία υπάρχουν δημοσιευμένα επίσημα στοιχεία), οι ΑΠΕ κάλυπταν το 23,72% της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, με άλλα λόγια δεν έχουμε την πολυτέλεια να θέτουμε αναίτια εμπόδια στην υλοποίηση νέων έργων ΑΠΕ, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος νόμος προβλέπει πως “η προστασία του κλίματος, μέσω της προώθησης  της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε., αποτελεί περιβαλλοντική και ενεργειακή προτεραιότητα υψίστης σημασίας για τη χώρα”.

Σε δημόσια διαβούλευση η προκήρυξη των νέων διαγωνισμών ΑΠΕ στις 4-6/12/2018

Η ΡΑΕ προκηρύσσει τους επόμενους διαγωνισμούς ΑΠΕ που θα πραγματοποιηθούν στις 4-5/12/2018 για τα φωτοβολταϊκά και στις 6/12 για τα αιολικά.

Πληροφορίες θα βρείτε στη διεύθυνση http://www.rae.gr/categories_new/about_rae/activity/global_consultation/current/0910.csp

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να συμμετέχουν στη δημόσια διαβούλευση υποβάλλοντας τις απόψεις τους ηλεκτρονικά, στη διεύθυνση tender_res@rae.gr, μέχρι και τη Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018 και ώρα 10:00 π.μ.

Δημόσια Διαβούλευση της ΡΑΕ για την εγκατάσταση μονάδων ΑΠΕ από αυτοπαραγωγούς με ενεργειακό και εικονικό συμψηφισμό ενέργειας

Για την ολοκλήρωση του θεσμικού πλαισίου εγκατάστασης μονάδων ΑΠΕ από αυτοπαραγωγούς με ενεργειακό και εικονικό συμψηφισμό ενέργειας (άρθρο 14Α του ν.3468/2006, όπως ισχύει), ιδίως μετά την τροποποίηση του πλαισίου που επέφερε ο ν. 4513/2018 (άρθρο 11, παρ. 10, ΦΕΚ 9Α’) και προκειμένου η Αρχή να γνωμοδοτήσει προς τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στις ως άνω διατάξεις, θέτει σήμερα σε δημόσια διαβούλευση τις προτεινόμενες τροποποιήσεις στη σχετική Υπουργική Απόφαση, όπως αυτές αποτυπώνονται στο κωδικοποιημένο σχέδιο Υπουργικής Απόφασης που προέκυψε κατόπιν συντονισμένων εργασιών της Επιτροπής της υπ΄ αριθμ. πρωτ.  ΑΠΕΗΛ/Α/Φ1/οικ.175067/19-4-2017 Υ.Α., καθώς και τις αναθεωρημένες πρότυπες συμβάσεις ενεργειακού και εικονικού ενεργειακού συμψηφισμού, ώστε να λάβει υπ’ όψη της τις απόψεις, προτάσεις και παρατηρήσεις των ενδιαφερομένων.

Κύριος στόχος είναι η τροποποίηση του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου ενεργειακού συμψηφισμού, λαμβάνοντας υπόψη την έως σήμερα αποτίμηση από την εφαρμογή του υφιστάμενου προγράμματος, καθώς και η διαμόρφωση και εφαρμογή ενός θεσμικού πλαισίου βάσει των νέων διατάξεων που εισήχθησαν στο πλαίσιο του Ν. 4513/2018 για τις Ενεργειακές Κοινότητες.

Προς τούτο, οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να υποβάλουν τις απόψεις τους στη ΡΑΕ, μεταξύ άλλων και για τα ακόλουθα θέματα:

  • Την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του ενεργειακού και εικονικού συμψηφισμού όσον αφορά τις τεχνολογίες ΑΠΕ που δύναται να συμμετέχουν σε αυτό και την ισχύ τους,
  • Την επέκταση εφαρμογής του εικονικού ενεργειακού συμψηφισμού από τις Ενεργειακές Κοινότητες και ιδίως τους όρους και τις διατάξεις της προτεινόμενης Σύμβασης Εικονικού Ενεργειακού Συμψηφισμού από Ε.Κοιν. (Σ.Ε.Ε.Σ.Ε.Κ.),
  • Τη δυνατότητα συμψηφισμού ενέργειας που εγχέεται από σταθμό παραγωγής αυτοπαραγωγού ή Ε.Κοιν., ο οποίος συνδέεται στο Δίκτυο ΜΤ, με ενέργεια που απορροφάται από συμψηφιζόμενες καταναλώσεις που συνδέονται στο Δίκτυο ΧΤ και τη μεθοδολογία που προτείνεται για την εφαρμογή της και
  • Τη δυνατότητα χρήσης αποθηκευτικών μέσων.

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να συμμετέχουν στην παρούσα δημόσια διαβούλευση υποβάλλοντας τις απόψεις τους ηλεκτρονικά, στη διεύθυνση NetMet_consultation@rae.gr, μέχρι και την Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018.

Δείτε το σχέδιο της υπουργικής απόφασης εδώ

Σεβασμό των νόμων και επιτάχυνση της αδειοδότησης ζητά ο ΣΕΦ από τη ΡΑΕ

Όπως έχει διαφανεί και στην πρώτη διαγωνιστική διαδικασία τον Ιούλιο του 2018 αλλά και από τις σχετικές παρουσιάσεις της ΡΑΕ, ο αριθμός ώριμων έργων φωτοβολταϊκών είναι εξαιρετικά περιορισμένος. Αν μάλιστα συνυπολογίσει κανείς πως η πλειονότητα των ώριμων έργων αφορά σε μεγάλα χαρτοφυλάκια που θα συμμετάσχουν υποχρεωτικά στους κοινούς διαγωνισμούς φωτοβολταϊκών-αιολικών, διαφαίνεται ένα μείζον πρόβλημα, ειδικά για την Κατηγορία ΙΙ (έργα ισχύος 1-20 MWp). Σε κάθε περίπτωση, η προϋπολογισθείσα ποσότητα των 900 MWp για τους διαγωνισμούς φωτοβολταϊκών δεν πρόκειται να καλυφθεί, δεδομένου και του κανόνα του 75% που απαιτεί διαθεσιμότητα έργων 1.575 MWp.

Προκειμένου λοιπόν να υπάρξουν ώριμα έργα, απαιτείται μια επιτάχυνση των αδειοδοτικών διαδικασιών.

Σύμφωνα με το άρθρο 3, παρ.2  Ν.3468/2006:Η Ρ.Α.Ε. εξετάζει αν πληρούνται τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και αποφασίζει για τη χορήγηση ή μη άδειας παραγωγής μέσα σε δύο (2) μήνες από την υποβολή της αίτησης, εφόσον ο φάκελος είναι πλήρης, άλλως από τη συμπλήρωση του. Ο φάκελος θεωρείται πλήρης, αν μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την υποβολή του δεν ζητηθούν εγγράφως από τον αιτούντα συμπληρωματικά στοιχεία”.

Με βάση τη νομοθεσία λοιπόν, η ΡΑΕ οφείλει να αποφασίσει για τη χορήγηση ή μη άδειας παραγωγής το πολύ σε τρεις μήνες από την κατάθεση των αντίστοιχων φακέλων. Η ΡΑΕ δεν τηρεί αυτή την προθεσμία, παραβιάζοντας προφανώς το νόμο, επικαλούμενη έλλειψη προσωπικού και φόρτο εργασίας. Πουθενά όμως δεν λέει ο νόμος ότι η εφαρμογή του ισχύει κατά το δοκούν και υπό προϋποθέσεις. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να δοθούν άμεσα άδειες παραγωγής σε έργα που έχουν αιτηθεί κάτι τέτοιο εδώ και πολλούς μήνες ή ακόμη εδώ και χρόνια και δεν έχουν λάβει απάντηση με ευθύνη της ΡΑΕ.Η συνέχιση της σημερινής πρακτικής από πλευράς της ΡΑΕ δρα αποτρεπτικά για μελλοντικούς επενδυτές, ενώ μηδενίζει την πιθανότητα υλοποίησης των υπό εξέταση έργων.

Κοινή πρόταση ΣΠΕΦ – ΣΕΦ για την θεσμοθέτηση μηχανισμού βιώσιμων σταθερών τιμών πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας για νέα φωτοβολταϊκά έργα εγκατεστημένης ισχύος έως 500 KWp

Στο πλαίσιο του ν. 4414/2016 αλλά και των Κατευθυντήριων Γραμμών της ΕΕ, είναι συμβατό τα νέα έργα ΑΠΕ εγκατεστημένης ισχύος έως 500 kWp να αναπτύσσονται υπό καθεστώς σταθερών τιμών πώλησης συνάπτοντας για τις τιμές αυτές 20ετή Σύμβαση Λειτουργικής Ενίσχυσης Σταθερής Τιμής (ΣΕΣΤ) με τον ΔΑΠΕΕΠ ΑΕ.

Σε ότι αφορά τα φωτοβολταϊκά ειδικότερα που εν γένει προβλέπονται ανταγωνιστικές διαδικασίες για την απόδοση τιμών πώλησης της παραγόμενης kWh, για τα μικρότερα έργα με εγκατεστημένη ισχύ έως 500 kWp υφίσταται ήδη η δυνατότητα οι επενδυτές να προχωρούν στις εν λόγω επενδύσεις χωρίς προηγουμένως να συμμετέχουν σε μειοδοτικό διαγωνισμό προς εξασφάλιση τιμής, κάνοντας αντί αυτού χρήση του κανόνα τιμής 1,1 ή 1,2 x μΟΤΣν-1 (ΥΑΠΕ/Φ1/1288/9011/30.4.2013 ΦΕΚ Β 1103 από 2/5/13), που ωστόσο σήμερα αποδίδει μη βιώσιμες τιμές, παραδόξως μάλιστα αρκετά χαμηλότερες των τιμών που λαμβάνουν μέσω των διαγωνισμών μεγαλύτερα έργα. Εν προκειμένης ο κανόνας αυτός δίνει για Φ/Β έργα που θα συνδεθούν εντός του 2018 (μΟΤΣ του 2017 = 54,7 ευρώ/MWh) 20ετή τιμή πώλησης 65,6 ευρώ/MWh για τα κάτω των 100 kWp και τιμή 60,2 ευρώ/MWh για τα άνω των 100 KWp που είναι ταυτοχρόνως μικρότερα των 500 KWp. Την ίδια στιγμή με βάση τα αποτελέσματα του πρόσφατου διαγωνισμού της ΡΑΕ από 2/7/18 τα έργα της Κατηγορίας Ι με ισχύ έως 1 MWp έλαβαν τιμή πώλησης από 75,9 έως 80 ευρώ/MWh.

H αποφυγή συμμετοχής των μικρών Φ/Β έργων έως 500 kWp σε μειοδοτικούς διαγωνισμούς της Κατηγορίας Ι εκτιμούμε πως από την Πολιτεία είναι επί της αρχής επιθυμητή, αφού έτσι θα αποσυμφορηθεί το σύστημα των διαγωνισμών και βεβαίως ο φόρτος εργασίας της ΡΑΕ τόσο για την προετοιμασία και υλοποίησή τους, όσο και κατόπιν για την εξέταση των ενστάσεων που κατατίθενται και που της αναλώνουν υπερβολικό χρόνο. Κρίσιμο σημείο ωστόσο για την θέσπιση βιώσιμων σταθερών τιμών αντί του ισχύοντος σήμερα κανόνα του μΟΤΣν-1 x 1,1 ή 1,2, είναι ο όποιος νέος μηχανισμός να λειτουργεί αξιόπιστα, να παρακολουθεί την αγορά και τις εξελίξεις του κόστους των συστημάτων, ανταποκρινόμενος στις εξελίξεις αυτές.

Στην βάση των ανωτέρω προτείνουμε τα νέα Φ/Β έργα έως 500 kWp να έχουν τη δυνατότητα εκτός διαγωνισμών να συνάπτουν ΣΕΣΤ με τον ΔΑΠΕΕΠ με βάση την υψηλότερη αποδοθείσα τιμή του αμέσως προηγούμενου διαγωνισμού της Κατηγορίας Ι. Η τιμή αυτή προτείνουμε να κλειδώνει για διάστημα 9 μηνών από την υπογραφή της ΣΕΣΤ με τον ΔΑΠΕΕΠ ώστε να αποφεύγονται αιφνιδιασμοί στις μικρές επενδύσεις, διάστημα που ωστόσο είναι μικρότερο των 12 μηνών που σήμερα προσφέρεται εν γένει στα έργα της Κατηγορίας Ι των διαγωνισμών ή των 15-18 μηνών της Κατηγορίας ΙΙ. Εφόσον εντός του διαστήματος των 9 μηνών ο επενδυτής δεν υλοποιήσει και διασυνδέσει την Φ/Β μονάδα του, τότε η τιμή πώλησης θα αναπροσαρμόζεται κάθε φορά με βάση την υψηλότερη της Κατηγορίας Ι του αμέσως πιο πρόσφατου διαγωνισμού από την οποτεδήποτε σύνδεση του σταθμού στο δίκτυο.

Εν προκειμένω, προτείνουμε η σταθερή τιμή (feed-in-tariff, FiT) να ορίζεται από την παρακάτω σχέση:

FiT (€/MWh) = ΜΤΔ + 25 – 0,05*P

Όπου:

ΜΤΔ η υψηλότερη αποδοθείσα τιμή του αμέσως προηγούμενου διαγωνισμού της Κατηγορίας Ι και Ρ η ισχύς του συστήματος σε kWp.

Η εξίσωση αυτή μπορεί να περιλάβει και τα μικρά οικιακά-εμπορικά συστήματα του ειδικού προγράμματος για λόγους ισότιμης μεταχείρισης.

Αν εφαρμόζαμε για παράδειγμα την εξίσωση αυτή χρησιμοποιώντας τα αποτελέσματα του διαγωνισμού της 2/7/2018 με ΜΤΔ=80, έχουμε τα εξής FiT για διάφορες κατηγορίες έργων:

500 kWp: 80 €/MWh

100 kWp: 100 €/MWh

10 kWp: 104,5 €/MWh

Το προτεινόμενο εδώ καθεστώς σταθερών τιμών για νέα Φ/Β έργα έως 500 KWp εισηγούμαστε να καταλαμβάνει ετησίως συγκεκριμένη ποσόστωση (λ.χ. το 30%) επί του συνολικού προϋπολογισμού νέων Φ/Β έργων (λ.χ. των 300 MWp) που επιθυμεί η Πολιτεία ετησίως και να μην είναι ανεξέλεγκτο.

Επειδή εν γένει η θεσμοθέτηση της Κατηγορίας Ι στους διαγωνισμούς ΡΑΕ των φωτοβολταϊκών από μόνη της σημαίνει πως η Πολιτεία ενδιαφέρεται να κρατήσει τους μικρομεσαίους στο «παιχνίδι» και επειδή στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η γενικότερη φιλοσοφία της ΕΕ που προβλέπει ειδικές συνθήκες λειτουργίας (Συμβάσεις ΣΕΣΤ) και ανταγωνισμού (ταρίφες εκτός διαγωνισμών) για τα μικρά έργα, αφού είναι δεδομένο πως σε διαφορετική περίπτωση η ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ θα αφελληνιστεί και ο παραγόμενος ανανεώσιμος ηλεκτρισμός θα καταστεί εν τοις πράγμασι εισαγόμενο προϊόν μέσω της εκροής μερισμάτων στο εξωτερικό, εκτιμούμε πως δεδομένων των προβλημάτων και των στρεβλώσεων που παρατηρήθηκαν και αναφέραμε αναλυτικά και σε προηγούμενες επιστολές μας, η παρούσα πρόταση αποτελεί την χρυσή τομή.