Σ. Καπέλλος (ΣΕΦ): Το net metering μπορεί να αποτελέσει τη «ραχοκοκαλιά» της αγοράς

Μια αναδρομή στην εικόνα της ελληνικής φωτοβολταϊκής αγοράς έκανε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιρειών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ), Σωτήρης Καπέλλος στους Ενεργειακούς Διαλόγους, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι από το 2014 και μετά η αγορά βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσχερή θέση.

Τι έκανες στον ενεργειακό πόλεμο Θανάση;

Η φτώχεια φέρνει γκρίνια λέει η παροιμία. Τον τελευταίο καιρό, μεσούσης της πρωτοφανούς κρίσης και ύφεσης, έχουμε συνεχή και δραματικά μηνύματα από πλευράς των μεγάλων καταναλωτών ενέργειας για μείωση του ενεργειακού κόστους, ώστε να προστατευτεί η ανταγωνιστικότητα της εγχώριας παραγωγής και να διασφαλιστούν θέσεις εργασίας. Επί της αρχής αυτό ακούγεται λογικό και μια ευνομούμενη Πολιτεία πρέπει να φροντίζει για το μέλλον της παραγωγικής της βάσης.

Τα προβλήματα αρχίζουν όταν, προκειμένου να λύσουμε ένα θέμα, δημιουργούμε περισσότερα και σημαντικότερα προβλήματα σε άλλους κλάδους της οικονομίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η επιβολή “τέλους διακοψιμότητας” στις ΑΠΕ για να ενισχυθεί η παραπαίουσα ενεργοβόρος βιομηχανία. Ένα λάθος εργαλείο, που θα μεγεθύνει απλώς τις στρεβλώσεις στην ενεργειακή αγορά.

Όλοι συμφωνούν ότι η πρόληψη είναι προτιμότερη της θεραπείας. Στην πράξη όμως, ελάχιστα γίνονται στην κατεύθυνση της πρόληψης. Στην περίπτωσή μας, ας δούμε τι έκανε η ενεργοβόρος βιομηχανία όλα αυτά τα χρόνια για να αποφύγει να βρεθεί με την πλάτη στον τοίχο και με μέσο ενεργειακό κόστος υψηλότερο των Ευρωπαίων ανταγωνιστών της.

Πρόσφατα, η Κομισιόν παρουσίασε την πρώτη της έκθεση για την πορεία της Ενεργειακής Ένωσης. Στην ειδική αναφορά της για την Ελλάδα, υπήρχαν δύο πολύ ενδιαφέροντα διαγράμματα τα οποία και παρουσιάζουμε για να σχολιάσουμε στη συνέχεια. Στο πρώτο συγκρίνεται η χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου στην Ελλάδα και την ΕΕ. Εκεί φαίνεται καθαρά πως, κατά μέσο όρο, το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα είναι υψηλότερο από το μέσο όρο της ΕΕ.

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως έχει το δεύτερο διάγραμμα το οποίο δείχνει την εξέλιξη της ενεργειακής έντασης στη βιομηχανία την περίοδο 2005-2013. Ενώ η μέση ενεργειακή ένταση στην ΕΕ μειώθηκε κατά 14,2%, την ίδια περίοδο, στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 24,4%. Το χάσμα λοιπόν μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ ήταν 38,6%.

Το πιο εντυπωσιακό είναι πως το χάσμα μεγαλώνει κατά την περίοδο της κρίσης. Προς επίρρωση των παραπάνω, το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ενεργειακή Απόδοση, αναφέρει πως την περίοδο 2007-2012, η συνεισφορά της βιομηχανίας στη συνολική εξοικονόμηση ενέργειας ήταν μηδενική.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι την τελευταία δεκαετία η βιομηχανία δεν αξιοποίησε τα κονδύλια που υπήρχαν (πρωτίστως από Κοινοτικούς πόρους) για να βελτιώσει την ενεργειακή της απόδοση και να μειώσει έτσι άμεσα και δραστικά το ενεργειακό της κόστος. Αν ακολουθούσε απλώς τις τάσεις της υπόλοιπης Ευρώπης, σήμερα δεν θα υπήρχε χάσμα στο μέσο ενεργειακό κόστος μεταξύ εγχώριας παραγωγής και ευρωπαϊκού ανταγωνισμού.

Το χειρότερο είναι πως, ακόμη και σήμερα, η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης της βιομηχανίας παραμένει εκτός δημόσιου διαλόγου και εκτός αιτημάτων της ίδιας της βιομηχανίας. Ακόμη κι αν η Πολιτεία στραγγαλίσει άλλους τομείς της οικονομίας για να ενισχύσει με ζεστό χρήμα την ενεργοβόρο βιομηχανία, το χάσμα μεταξύ εγχώριας και ευρωπαϊκής παραγωγής θα παραμείνει. Τι θα κάνουμε λοιπόν; Θα τρέφουμε με “έκτακτα” κονδύλια τη βιομηχανία στο διηνεκές; Και πότε θα σταθεί στα πόδια της για να παίξει το ρόλο που όλοι προσδοκάμε απ’ αυτήν;

Το ξέρω ότι ακούγεται κλισέ, αλλά ταιριάζει γάντι στην περίπτωση μας η κλασική ρήση: “Αν δώσεις ένα ψάρι σ’ έναν άνθρωπο θα φάει μια φορά. Αν του μάθεις να ψαρεύει θα τρώει σ’ όλη του τη ζωή”. Πότε λοιπόν θα μάθει να ψαρεύει η βιομηχανία; Και δεν εννοώ στα θολά νερά των “έκτακτων” ενισχύσεων και των στρεβλώσεων της ελληνικής οικονομίας.

* Στέλιος Ψωμάς: Σύμβουλος σε θέματα Ενέργειας και Περιβάλλοντος

Αλλάζουμε τα δεδομένα στα κτίρια με σύμμαχο τον ήλιο!

Αναλυτικό σχέδιο δράσης για ένα δεκαετές μαζικό πρόγραμμα εξοικονόμησης ενέργειας σε 1 εκατ. κτίρια, μεταξύ των οποίων δωρεάν ηλιακό ρεύμα σε 300.000 νοικοκυριά, παρουσίασε η Greenpeace.

Αν η ελληνική κυβέρνηση ενδιαφέρεται πραγματικά για τα νοικοκυριά και τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις της χώρας, ο Πρωθυπουργός θα πρέπει να υιοθετήσει και να παρουσιάσει το σχέδιο αυτό[1] στην κρίσιμη Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Κλίμα στο Παρίσι σε λίγες ημέρες.[2]

Το σχέδιο δράσης της Greenpeace λαμβάνει πλήρως υπόψη τη σημερινή οικονομική κατάσταση που έχει οδηγήσει εκατομμύρια νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις στα όρια της καταστροφής. Προτείνει άμεσα εφαρμόσιμα μέτρα που εκμεταλλεύονται ήδη διαθέσιμους και υπαρκτούς πόρους,[3] αξιοποιώντας το πραγματικό εθνικό καύσιμο της χώρας: το τεράστιο δυναμικό που διαθέτει σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ενεργειακή αποδοτικότητα. Το σωρευτικό οικονομικό όφελος για 1 εκατ. νοικοκυριά και επιχειρήσεις από τη μείωση των ενεργειακών δαπανών ανέρχεται στα 5,7 – 6 δις € σε μία δεκαετία, ενώ δημιουργούνται ετησίως κατά μέσο όρο 29.500 – 35.000 θέσεις εργασίας και οι εκπομπές CO2 της χώρας μειώνονται έως και 10%.

Οφέλη από την επιτυχή υλοποίηση του δεκαετούς προγράμματος

Ετήσια εξοικονόμηση περίπου 1000 € ανά νοικοκυριό από την ενεργειακή αναβάθμιση 700.000 κτιρίων

Κάλυψη έως και 70% των ενεργειακών αναγκών για 300.000 φτωχά νοικοκυριά κάθε έτος χάρη στη δωρεάν εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων

Συνολική εξοικονόμηση 5.7 – 6 δις € σε βάθος δεκαετίας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις

Δημιουργία κατά μέσο όρο 30.000 – 35.000 θέσεων εργασίας ετησίως (2016-2025)

Μείωση των ετήσιων εκπομπών CO2 της χώρας έως και κατά 10%

>> Δες το σχετικό infographic εδώ.

«Στις 30 Νοεμβρίου στο Παρίσι, ο Έλληνας πρωθυπουργός θα έχει στη διάθεσή του 15’ που μπορούν να αλλάξουν για πάντα το μέλλον της χώρας. Η μία του επιλογή θα είναι να κρυφτεί πίσω από τις ευρωπαϊκές θέσεις και να σταθεί σε γενικόλογα ευχολόγια για την καταπολέμηση των κλιματικών αλλαγών. Η άλλη είναι να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, να αξιοποιήσει την ιστορική ευκαιρία και να ανακοινώσει το πιο φιλόδοξο πλέγμα πολιτικών που έχει υλοποιηθεί ποτέ στη χώρα», ανέφερε ο Τάκης Γρηγορίου, υπεύθυνος για θέματα ενέργειας και κλιματικών αλλαγών στο ελληνικό γραφείο της Greenpeace.

«Δεν θα το κάνει επειδή το έκανε ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών και οι ηγέτες των υπόλοιπων μεγάλων οικονομιών του πλανήτη. Θα το κάνει επειδή αυτό χρειάζεται πραγματικά η ελληνική κοινωνία και οι επόμενες γενιές».

Η έκθεση της Greenpeace αξιοποίησε την εμπειρία που αποκτήθηκε από την εφαρμογή των μέχρι τώρα προγραμμάτων εξοικονόμησης ενέργειας, αλλά και το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ενεργειακή Απόδοση, επεκτείνοντας ωστόσο τη φιλοδοξία των προτεινόμενων προγραμμάτων ως το 2025. Στα μέτρα περιλαμβάνονται και δύο επεξεργασμένες προτάσεις που αφορούν δωρεάν ηλεκτρική ενέργεια σε 300.000 φτωχά νοικοκυριά, μέσω εγκατάστασης φωτοβολταϊκών συστημάτων από τη ΔΕΗ. Αμφότερα τα σενάρια έχουν στόχο την ανακούφιση ευάλωτων κοινωνικών ομάδων μέσω της αξιοποίησης του τεράστιου και ανεξάντλητου ηλιακού δυναμικού της χώρας από τη ΔΕΗ.[4]

Η Greenpeace καλεί την κυβέρνηση:

Να αναδείξει την εξοικονόμηση ενέργειας και τη στροφή της χώρας στην ηλιακή οικονομία ως κυβερνητική επιλογή εθνικής σημασίας και άμεσης προτεραιότητας.

Να ξεκινήσει θέτοντας φιλόδοξο και ρεαλιστικό στόχο εξοικονόμησης ενέργειας σε 1 εκατ. κτίρια ως το 2025, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται δωρεάν ηλιακή ενέργεια σε 300.000 φτωχά νοικοκυριά.

Να μεταβεί στο Παρίσι παρουσιάζοντας φιλόδοξα κλιματικά μέτρα και πολιτικές που μειώνουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και βελτιώνουν το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων πολιτών.

Να ξεκινήσει δημόσιο διάλογο για μία οικονομία χωρίς ορυκτά καύσιμα τις επόμενες δεκαετίες.

Σημειώσεις για συντάκτες

[1] Βρείτε εδώ τη Σύνοψη Έκθεσης. Βρείτε εδώ την Πλήρη Έκθεση.

[2] Με δεδομένη την επείγουσα ανάγκη για μία φιλόδοξη και αποτελεσματική συμφωνία που θα επιφέρει ραγδαίες μειώσεις στις παγκόσμιες εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου – βάσει των επιταγών της επιστήμης – η Διάσκεψη του ΟΗΕ στο Παρίσι για το Κλίμα, που θα πραγματοποιηθεί από 30 Νοεμβρίου έως 11 Δεκεμβρίου, ήδη αναγνωρίζεται από πολλούς ως ιστορική και εξαιρετικά κρίσιμη για το μέλλον του πλανήτη.

[3] Για την χρηματοδότηση του προτεινόμενου δεκαετούς προγράμματος ύψους 11,18-11,67 δις € βραχυπρόθεσμα αξιοποιούνται διαθέσιμοι πόροι, όπως ΕΣΠΑ, πακέτο Juncker και δικαιώματα εκπομπών ρύπων. Τα μέτρα ενισχύονται με την αξιοποίηση ενός πολύ μικρού ανταποδοτικού ποσοστού από τον φόρο ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) αλλά και τη μελλοντική δυνατότητα χορήγησης φορολογικών κινήτρων. Λαμβάνοντας υπόψη ένα ποσοστό δανεισμού έως 40%, οι προτεινόμενες επενδύσεις απαιτούν συμμετοχή 10-30% με ίδια κεφάλαια, ποσοστά απολύτως συμβατά με την πραγματικότητα της αγοράς.

[4] Στο πρώτο σενάριο η ΔΕΗ αξιοποιεί τα δικαιώματα ρύπων προκειμένου να εγκαταστήσει δωρεάν μικρά φωτοβολταϊκά συστήματα (2 kWp) για αυτοπαραγωγή (net-metering) σε φτωχά νοικοκυριά, με όφελος 380 € ετησίως. Στο δεύτερο, αξιοποιεί το μακροπρόθεσμα χαμηλότερο κόστος παραγωγής από φωτοβολταϊκά έναντι του λιγνίτη, προκειμένου να επιστρέψει μέρος του κέρδους ως δωρεάν ενέργεια σε δικαιούχους του Κοινωνικού Οικιακού Τιμολογίου (ΚΟΤ), με ετήσιο όφελος 1.000 kWh ετησίως, ήτοι 95 €.

Όπισθεν ολοταχώς!

Όπισθεν ολοταχώς!

του Στέλιου Ψωμά*

“Η αλλαγή είναι τόσο αναπόφευκτη όσο και ο χρόνος, κι όμως τίποτα δεν συναντά μεγαλύτερη αντίσταση”

Benjamin Disraeli

Το timing είναι το παν! Εκτός αν είσαι τελείως εκτός τόπου και χρόνου. Γιατί πώς αλλιώς εξηγείται η εμμονή της ΔΕΗ να εξαιρεθεί από την υποχρέωση αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών που ισχύει σε κοινοτικό επίπεδο, εντείνοντας μάλιστα τη σχετική επιχειρηματολογία της λίγες μέρες πριν ξεκινήσει η διεθνής Διάσκεψη για το Κλίμα στο Παρίσι (COP21);

Συγκρατήστε απλώς δύο σημαντικά στοιχεία. Με τις σημερινές πολιτικές, η ανθρωπότητα χάνει τη μάχη για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών. Οι σχετικές μελέτες δείχνουν πως οδηγούμαστε σε μια άνοδο της μέσης θερμοκρασίας κατά 2,7 βαθμούς ως το τέλος του αιώνα, όταν το όριο “ασφαλείας” που έχει τεθεί είναι οι 2 βαθμοί. Χρειαζόμαστε συνεπώς περισσότερα μέτρα, όχι χαλάρωση των υπαρχόντων. Το δεύτερο στοιχείο έχει σχεδόν ιστορικές διαστάσεις. Μετά από σθεναρή αντίσταση δύο περίπου δεκαετιών, οι δύο μεγαλύτεροι ρυπαντές του πλανήτη, η Κίνα και οι ΗΠΑ, συμφώνησαν επιτέλους να λάβουν δεσμευτικά μέτρα για την αντιμετώπιση της κλιματικής απειλής. Ανεπαρκή μεν, όμως μέτρα προς τη σωστή κατεύθυνση.

Την ίδια ώρα και σε πείσμα των διεθνών εξελίξεων, η ΔΕΗ ζητά να παρασχεθούν στην Ελλάδα δωρεάν δικαιώματα εκπομπών στην ηλεκτροπαραγωγή. Επικαλείται μάλιστα το γεγονός ότι, με βάση την κοινοτική νομοθεσία, προβλέπεται η δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπών στην ηλεκτροπαραγωγή για τα κράτη με κατά κεφαλήν ΑΕΠ χαμηλότερο από το 60% του μέσου όρου της Ε.Ε., με έτος αναφοράς το 2013. Σημειώνεται ότι υπάρχουν δέκα (10) χώρες που πληρούν το παραπάνω κριτήριο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ για το 2013 (π.χ. Πολωνία, Βουλγαρία κ.ά.). Η Ελλάδα ξεπερνά το κριτήριο για το 2013 (62%), αλλά το πληροί για το 2014 (59,7%). Επειδή, παρά την κρίση, η Ελλάδα δεν πληροί με βάση τους κανονισμούς το κοινοτικό κριτήριο (έτος αναφορά το 2013), η ΔΕΗ ζητά να αλλάξει η κοινοτική νομοθεσία και να περιλάβει και τη χώρα μας.

Η επίκληση των δωρεάν δικαιωμάτων (παρά την εντεινόμενη κλιματική αλλαγή την οποία η ΔΕΗ συνεχίζει να αγνοεί προκλητικά) γίνεται στο όνομα της διατήρησης των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας σε χαμηλά επίπεδα, της προσέλκυσης νέων επενδύσεων και της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.

Όλα τα παραπάνω όμως μπορούν να επιτευχθούν χωρίς να καταφύγουμε σε μια επιστροφή στο παρελθόν, τότε που η κλιματική αλλαγή δεν ήταν η υπαρκτή απειλή που γνωρίζουμε σήμερα, αλλά δεν ήταν καν θέμα στο δημόσιο διάλογο. Γιατί οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας μπορούν να πέσουν αν σταματήσουμε να επιδοτούμε προκλητικά τα ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα (μόνο για την επιδότηση των πετρελαϊκών σταθμών στα νησιά οι καταναλωτές πληρώνουν ετησίως εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ μέσω ΥΚΩ, οι σταθμοί φυσικού αερίου δεν είναι βιώσιμοι αν αποζημιώνονται απλώς με την τιμή χονδρεμπορικής και δεν λαμβάνουν επιπλέον ενισχύσεις, ενώ η ΔΕΗ συνεχίζει να μη πληρώνει δικαιώματα χρήσης –royalties- για τον λιγνίτη που χρησιμοποιεί) ή και αν μειωθούν απλώς κάποιοι μη ανταποδοτικοί φόροι στα καύσιμα (βλέπε περίπτωση ΕΦΚ) που καταλήγουν στη μαύρη τρύπα των κρατικών ταμείων.

Αντ’ αυτών, η ΔΕΗ σχεδιάζει νέους λιγνιτικούς και πετρελαϊκούς σταθμούς, ενώ οι επιδόσεις της στις ΑΠΕ είναι τραγικές (η ΔΕΗ ελέγχει μόλις το 3% της εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ, εξαιρουμένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών στα οποία έχει το μονοπώλιο). Δεδομένου ότι το κόστος των ΑΠΕ έχει πλέον πέσει δραστικά τα τελευταία χρόνια, περισσότερες νέες ΑΠΕ σημαίνουν μικρότερη χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας και μικρότερο κόστος για τον καταναλωτή, όπως δείχνει η πραγματικότητα σε όλες τις χώρες περιλαμβανομένης της Ελλάδας (η χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας θα ήταν κατά μέσο όρο υψηλότερη κατά 3,38 €/MWh την περίοδο 2013-2014 αν δεν είχαν εγκατασταθεί φωτοβολταϊκά την περίοδο αυτή, όπως κατέδειξε σχετική μελέτη του ΑΠΘ).

Σε σχέση με την ανταγωνιστικότητα, καλή είναι η επίκληση της πρόσβασης σε φθηνή ενέργεια, αλλά, ως γνωστόν, η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται μόνο απ’ αυτό. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο Δράσης Ενεργειακής Απόδοσης (Δεκ. 2014), την περίοδο 2007-2012 δεν επιτεύχθηκε καμία βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης του βιομηχανικού τομέα! Κι όμως ήταν μια περίοδος που και κοινοτικά κονδύλια υπήρχαν διαθέσιμα και η κρίση δεν είχε ακόμη αγγίξει το ζενίθ της. Απλώς, η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης δεν ήταν προτεραιότητα. Σήμερα που τα πράγματα ζόρισαν, όλοι επικαλούνται την ανάγκη της φθηνής ενέργειας. Η φθηνότερη ενέργεια όμως είναι αυτή που δεν καταναλώνεται. Αυτό σημαίνει βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης. Όπως μάλιστα αναφέρουν επτά ευρωπαίοι υπουργοί Ενέργειας και Περιβάλλοντος σε κοινή τους ανακοίνωση στις 23/2/2015 (ναι, και πάλι απουσίαζε η Ελλάδα), “υπάρχουν πολλοί παράγοντες που καθορίζουν την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας, και η τιμή της ενέργειας και ιδιαίτερα τα δικαιώματα εκπομπών, έχουν πολύ μικρή συνεισφορά”.

* Ο Στέλιος Ψωμάς είναι Σύμβουλος σε θέματα Ενέργειας και Περιβάλλοντος

Ο δεκάλογος της νέας εποχής στην ενέργεια

Η κρίση οδηγεί συνήθως σε κοντόφθαλμες αποφάσεις και πολιτικές. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί και ευκαιρία για μεγάλες ανατροπές. Στο χώρο της ενέργειας, οι ανατροπές αυτές έχουν πλέον τα χαρακτηριστικά μιας εν εξελίξει επανάστασης. Πρώτα απ’ όλα, το μέγεθος και μόνο των αλλαγών δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό “επανάσταση”. Δεν μιλάμε απλώς για εξέλιξη ενός ενεργειακού μοντέλου που, αφού κυριάρχησε για σχεδόν πενήντα χρόνια, απαιτεί πλέον ξεσκόνισμα και εκσυγχρονισμό. Μιλάμε για ανατροπή βασικών παραδοχών που επί δεκαετίες στήριξαν το μοντέλο αυτό. Μιλάμε επιπλέον για αλλαγές που έχουν μια παγκόσμια εξάπλωση και που καθορίζουν την ενεργειακή οικονομία σε ένα νέο, διαρκώς απελευθερούμενο και παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Αν ήθελε κανείς να κωδικοποιήσει τις βασικές συνιστώσες της νέας εποχής που ήδη διαμορφώνεται στην ενέργεια, θα μπορούσε να σταθεί στα εξής:

1. Η “εποχή του ήλιου” προβάλλει πλέον ως αντίπαλο δέος στην κυρίαρχη σήμερα “οικονομία του άνθρακα”, απειλώντας να εκτοπίσει οριστικά τα συμβατικά ορυκτά καύσιμα που σφράγισαν τη βιομηχανική εποχή κατά τους δύο τελευταίους αιώνες. Πρόκειται ουσιαστικά για μια σημαντική επιτάχυνση μιας διαρκούς τάσης που χαρακτηρίζει, ούτως ή άλλως, την ενεργειακή οικονομία. Η τάση αυτή συνοψίζεται στη φράση: “Λιγότερος άνθρακας – περισσότερος ήλιος και υδρογόνο” και η ανθρωπότητα βαδίζει με συνέπεια στα χνάρια της ήδη από την εποχή που ο άνθρωπος πρωτοτιθάσευσε τη φωτιά. Η διαφορά πλέον είναι πως οι αλλαγές από δω και μπρος θα συντελεστούν σε διάστημα λίγων δεκαετιών, θα είναι δηλαδή σαρωτικές συγκρινόμενες με τη μέχρι τώρα εξέλιξη. Μερικές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια πριν, οι μακρινοί πρόγονοί μας έβαλαν για πρώτη φορά φωτιά σε καυσόξυλα για να ζεσταθούν. Σχεδόν τίποτα δεν άλλαξε από τότε ως το 1800. Τότε, η βιομηχανική επανάσταση άλλαξε τον τρόπο που παράγουμε και χρησιμοποιούμε την ενέργεια και, εδώ είναι το φαινομενικά παράδοξο, ενώ βασίστηκε αρχικά στο κάρβουνο, στην ουσία άρχισε την αποκαθήλωση της ηγεμονίας του άνθρακα με μια παράλληλη αύξηση της (έμμεσης) χρήσης του υδρογόνου. Τα ξύλα, όπως και τα άλλα καύσιμα αποτελούνται ουσιαστικά από άνθρακα και υδρογόνο σε διαφορετικές αναλογίες, ανάλογα με το είδος του καυσίμου. Όταν καίμε καυσόξυλα, καίμε ουσιαστικά 10 άτομα άνθρακα για κάθε άτομο υδρογόνου. Η αναλογία αυτή αλλάζει υπέρ του υδρογόνου καθώς περνάμε σε πιο “εξευγενισμένα” καύσιμα. Το 1800, ο άνθρακας κατείχε το 90% του ενεργειακού μείγματος της αγοράς. Στα 1935 περίπου, η αναλογία άνθρακα-υδρογόνου στο τότε ενεργειακό μείγμα ήταν κοντά στη μονάδα. Με τους σημερινούς ρυθμούς απεξάρτησης από τη χημεία του άνθρακα, εκτιμάται ότι το υδρογόνο θα πετύχει μερίδιο 90% της αγοράς γύρω στο 2100. Εκτός βέβαια κι αν υπάρξει επιτάχυνση των αλλαγών και μια πιο αποφασιστική στροφή σε μια “οικονομία του υδρογόνου”.

2. Το μικρό είναι όμορφο. Όταν αναφερόμαστε στην ενέργεια, τίποτε δεν είναι πιο κοντά στην αλήθεια από τη φράση αυτή…

Διαβάστε όλο το άρθρο

Να τελειώνουμε με τις στρεβλώσεις

Δύο γεγονότα μονοπώλησαν το τελευταίο διάστημα το ενδιαφέρον σε σχέση με τα τεκταινόμενα στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας:

  • [α]. η αύξηση του ΕΤΜΕΑΡ και ο τρόπος που έγινε και δημοσιοποιήθηκε αυτή, και
  • [β]. Η πρόταση της ΡΑΕ για επαναφορά του Μηχανισμού Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους (ΜΑΜΚ) για τις συμβατικές μονάδες και οι αντιδράσεις που πυροδότησε η πρόταση αυτή.
  • Διαβάστε τη δημοσίευση »

    Πόσο μικρό είναι το “μικρό” στα φωτοβολταϊκά

    Στις προγραμματικές του δηλώσεις (10-2-2015), ο νέος υπουργός ΠΑΠΕΝ κ. Λαφαζάνης ανέφερε πως η κυβέρνηση “θα στηρίξει τους πολύ μικρούς και μικρούς παραγωγούς των ΑΠΕ για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεών τους”.

     

    Μηχανισμός Διασφάλισης Επαρκούς Ισχύος – Οι θέσεις του ΣΕΦ

    Οι θέσεις του ΣΕΦ στη δημόσια διαβούλευση της πρότασης της ΡΑΕ για την αναδιοργάνωση του Μηχανισμού Διασφάλισης Επαρκούς Ισχύος (ΜΔΕΙ) στο Διασυνδεδεμένο Ηλεκτρικό Σύστημα της χώρας μας.

    Διαβάστε το Κείμενο θέσεων